Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Δημήτρης Κωνσταντόπουλος - «Όποιος ζει από το σπαθί πεθαίνει από το σπαθί»

Οκτώ μήνες μόνο χρειάστηκαν για να αποδειχθεί η μνημονιακή στροφή του κ. Τσίπρα, θυμίζοντάς μας αυτή του κ. Σαμαρά. Ο ένας θα καταργούσε με ένα νόμο και ένα άρθρο το Μνημόνιο και ο άλλος θα το έσκιζε μέρα τη μέρα, σελίδα τη σελίδα. Ο ένας διάλεξε τη ΔΕΘ να παρουσιάσει το αντιμνημονιακό κυβερνητικό πρόγραμμά του με 80 δις ευρώ παροχές κι ο άλλος το Ζάππειο με τα τρία προγράμματα και τα 18 ισοδύναμα μέτρα. Τελικά, το Μνημόνιο κατάπιε και τα δυο μεγαλόπνοοα σχέδια, ο χαρακτήρας των οποίων κάθε άλλο παρά ταίριαζε με την εποχή που ζούμε και τη συγκυρία που βιώνουμε, αναδεικνύοντας ότι ο μοναδικός πόλος ευθύνης, λογικής και πατριωτικού λόγου ήταν το ΠΑΣΟΚ, η μοναδική πολιτική δύναμη που εξαρχής ζητούσε εθνική συνεργασία, αίτημα το οποίο σήμερα ασπάζονται όλοι.
Αποδείχθηκε ότι ήταν ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα του ΣΥΡΙΖΑ για κατάργηση του ΕΝΦΙΑ και καθιέρωση της κατώτατης σύνταξης στα 751 ευρώ. Η πραγματικότητα τους διέψευσε, καθώς φάνηκαν ασυνεπείς, απροετοίμαστοι και αφερέγγυοι, αφού όχι μόνο δεν εκπλήρωσαν τις δεσμεύσεις τους και το μεγαλεπήβολο Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης, αλλά εντέλει καθιέρωσαν σύνταξη στα 396 ευρώ με υπογραφή Παύλου Χαϊκάλη. Στον δρόμο προς τις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου ο κ. Τσίπρας έρχεται κι αυτός στο δρόμο της εθνικής στρατηγικής του ΠΑΣΟΚ.
Η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, παρά τις εσωτερικές σημαντικές διαφορές, κατάφερε να οδηγήσει τη χώρα τον Απρίλιο του 2014 σε δοκιμαστική έξοδο στις αγορές, να επιτύχει θετικό ρυθμό ανάπτυξης και πρωτογενές πλεόνασμα. Το τελευταίο μάλιστα αποτελούσε και το ισχυρό χαρτί της τότε κυβέρνησης βάσει της συμφωνίας με τους εταίρους του 2012 για τη διαπραγμάτευση της απομείωσης του χρέους. Σημαντικό επίσης ήταν ότι τότε υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες ώστε να μεταβούμε στην προληπτική πιστωτική γραμμή και να βγούμε με υποστήριξη στις αγορές. Αυτό πρακτικά σήμαινε βήματα προς οικονομική σταθεροποίηση, κατάσταση που θα μπορούσε να αυξήσει το βαθμό εμπιστοσύνης πρός την εγχώρια οικονομία, τόσο των Ελλήνων πολιτών και των ελληνικών επιχειρήσεων, όσο και των ξένων επενδυτών. Παράλληλα, θα μπορούσε να αποκλιμακώσει τις οξείες πολιτικές αντιπαραθέσεις που δυσχεραίνουν περαιτέρω την πορεία προς την ανάπτυξη.
Η κυβέρνηση Τσίπρα, ωστόσο, επέλεξε όχι μόνο να μην αξιοποιήσει τα όσα είχαν πετύχει οι προηγούμενες κυβερνήσεις, αλλά προτίμησε να κάψει τα πάντα στο διάβα της. Δέσμιοι ιδεοληψιών οι αριστεροί σύντροφοι και υπουργοί του κ. Τσίπρα, αντί να κυβερνήσουν, επιδόθηκαν σε κομματικούς διορισμούς, πολιτική προπαγάνδα σε βάρος της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας μέσω ενός δημοψηφίσματος, στήνοντας παράλληλα επικίνδυνα σχέδια ανατροπής της ισχύουσας νομισματικής πορείας της χώρας. Το αποτέλεσμα ήταν ο διεθνής διασυρμός της Ελλάδας, η δυσπιστία των άλλων ευρωπαϊκών λαών έναντι του δικού μας, ένας υποβόσκων απομονωτισμός και βεβαίως το κλείσιμο των τραπεζών και τα capital controls που προκάλεσαν 19.000 απολύσεις, βύθισαν σε απόγνωση τους Έλληνες επιχειρηματίες, κλόνισαν την πίστη στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, και προκάλεσαν σοβαρά προβλήματα σε εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες πολίτες που είχαν εμπιστευθεί τον Πρωθυπουργό και δεν είχαν αποσύρει τα χρήματά τους από τις ελληνικές τράπεζες.
Ένα από τα μεγαλύτερα δεινά που προκάλεσε ο Τσίπρας στην πατρίδα του, είναι ότι την χρέωσε στο διεθνές πιστωτικό σύστημα 14 δις ευρώ επιπλέον, επιβάλλοντας για άλλη μια φορά και χωρίς λόγο δυσβάσταχτα μέτρα για τους Έλληνες πολίτες. Τα υπόλοιπα δεινά εξίσου σοβαρά, έχουν να κάνουν με τον πολιτικό λόγο που ακολούθησε πιστά από το 2010, πείθοντας μια σημαντική πλειοψηφία συμπολιτών μας, ότι υπάρχει κάποιος άλλος λιγότερο επώδυνος δρόμος για την έξοδο από την κρίση εκτός του ευρωπαϊκού, με άλλους «κόκκινους συμμάχους» εκτός ευρωσυστήματος και ότι το Μνημόνιο είναι ένα «κακό» που επέβαλαν «εθνικοί μειοδότες» για να καρπωθεί οφέλη η «ολιγαρχία» του τόπου. Πάνω σ’ αυτή την αντιμνημονιακή λογική, κατασκεύασε το «ηθικό πλεονέκτημα» της Αριστεράς, επιχειρώντας να εμπνεύσει την ελπίδα σε όλους όσους είχε καταπονήσει η παρατεταμένη κρίση. Συγκροτώντας το αντιμνημονιακό μέτωπο, όσοι υποστήριζαν λύσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρουσιάζονταν ως τιποτένιοι, ως έρμαια των «διεθνών τοκογλύφων».
Με ψέματα από τον Ιανουάριο του 2015 και για έξι μήνες προσπαθούσε ο ΣΥΡΙΖΑ να πείσει ότι διαπραγματεύεται για την αξιοπρέπεια της Ελλάδας και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Στην τελευταία φάση αυτού του δράματος, συνειδητοποίησε ότι η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας ήταν κρίσιμη. Δεν έφτανε ούτε η συγκέντρωση των αποθεματικών των ταμείων στην Τράπεζας της Ελλάδος, ούτε το αντάρτικο απέναντι στους θεσμούς, ούτε το αντιμνημονιακό ψέμα, για την κατάργηση του Μνημονίου και τη διαγραφή του επαχθούς χρέους. Σπέρνοντας τον φόβο της χρεοκοπίας, της επιστροφής σε ένα υποτιμημένο νόμισμα, κάλεσε το λαό να ψηφίσει σε ένα Δημοψήφισμα χωρίς πραγματικό ερώτημα, για να «αυξήσει», όπως είπε, τη διαπραγματευτική του ισχύ. Έπειτα, επιβεβαιόντας το προφίλ του χαρισματικού ηγέτη, πήρε το «Όχι» των Ελλήνων πολιτών στη συμφωνία και το έκανε «Ναι», θέτοντας στο τραπέζι ακόμη πιο σκληρά μέτρα απ’ αυτά που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια. Είχε έρθει, ωστόσο, το πλήρωμα του χρόνου, κοροϊδεύοντας για άλλη μια φορά τους πολίτες, να παίξει το χαρτί της «υπεύθυνης Αριστεράς», αδειάζοντας τους εσωκομματικούς του αντιπάλους, που με εντολή δική του προετοιμάζονταν για να τον κάνουν τον πρώτο Πρωθυπουργό της Ευρωζώνης που επέστρεψε στο νόμισμα της χώρας του για να την αποδεσμεύσει από τους «Ευρωπαίους ληστές».
Έτσι, υποκινούμενος από την κατοπινή εσωκομματική του ανασφάλεια, ανίκανος να βρει συμμάχους να υλοποιήσει τη συμφωνία, προκαλεί για άλλη μια φορά εκλογές. Τι κι αν η οικονομία μας δεν αντέχει άλλους πειραματισμούς, τι κι αν οι πολίτες δεν αντέχουν άλλες πολιτικές χρονοτριβές, ο κ. Τσίπρας επιδιώκει να νομιμοποιήσει λαϊκά την πολιτική του κυριαρχία εντός του κόμματός του. Αδιαφορεί για το ότι οδήγησε την Ελλάδα στη ζητιανά, κατέστρεψε ολοσχερώς τον τουρισμό και το εμπόριο, διέλυσε το σύστημα της εσωτερικής ασφάλειας της χώρας ανοίγοντας τις φυλακές και κυρίως για το ότι κατέκαψε την ελπίδα της νέας γενιάς, φορτώνοντας στην πλάτη της ένα υπερογκο χρέος. Ζητά την ψήφο του Ελληνικού λαού για να εφαρμόσει ένα τρίτο σκληρότερο Μνημόνιο, το οποίο εκ προοιμίου όλοι οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ με προεξάρχοντα τον ίδιο είχαν καταγγείλει, αλλά παρά ταύτα με την ανικανότητά τους οδήγησαν την Ελλάδα στην αναγκαιότητα αυτή. Ελεγε ο κ. Τσίπρας ότι «τα μνηνόνια δεν θα τηρηθούν από μια αριστερή κυβέρνηση» και ότι ο ίδιος «δεν είναι εραστής της εξουσίας», αλλά αδύναμος να εγγυηθεί την εθνική αξιοπρέπεια και να τηρήσει τις δεσμεύσεις του, σέρνει τη χώρα σε εκλογές, αναζητώντας μετά μανίας νέους συνοδοιπόρους προκειμένου να παρατείνει την παραμονή του στην εξουσία.
Σύμφωνα με τη λαϊκή ρήση «όποιος ζει από το σπαθί πεθαίνει από το σπαθί». Παραφράζοντας αυτή, είναι βέβαιο πλέον ότι όποιος ζει με το ψέμα πεθαίνει από την αλήθεια.
Το μόνο βέβαιο από όλη αυτή την περιπέτεια είναι ότι το ΠΑΣΟΚ πέντε χρόνια μετά δικαιώνεται. Μια πικρή δικαίωση που μας πονά γιατί θα μπορούσαμε να είχαμε αποφύγει χρόνια αστοχιών και φαύλων κομματικών αντιπαραθέσεων. Είναι η ώρα τώρα που καλούμε τον κόσμο του ΠΑΣΟΚ να γυρίσει σπίτι του, να στηρίξει με την ψήφο του τη Δημοκρατική Συμπαράταξη και να δώσει προβάδισμα στις υπεύθυνες και προοδευτικές δυνάμεις της χώρας που παλεύουν για την εθνική συνεννόηση που θα μας βγάλει από το αδιέξοδο.