Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Ίση ..Δικαιοσύνη για όλους

Του Κωνσταντίνου Τζίκα*
Ως γνωστόν, όταν υπάρχει μια διαφορά μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ανθρώπων η οποία εμποδίζει την ομαλή συνέχιση των σχέσεων τους και είναι ανέφικτη η εξεύρεση μια δίκαιης λύσης για τον καθένα από αυτούς με δική τους βούληση, αυτή η κατάσταση τους οδηγεί στα δικαστήρια προκειμένου η δικαστική εξουσία να απονείμει δικαιοσύνη σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και ανάλογα με τους νομικούς και ουσιαστικούς ισχυρισμούς των ανωτέρω, διαδίκων ή αντιδίκων εφόσον αυτοί αποδεικνύονται βάσιμοι.
Ο πόθος για δικαιοσύνη είναι κοινός σε όλους τους ανθρώπους από την γέννηση ακόμα του πρώτου ανθρώπου.
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η δικαιοσύνη αποτελεί την ύψιστη αρετή σε έναν άνθρωπο η οποία τον κάνει να συνυπάρχει αρμονικά με τους συνανθρώπους του και να διαβιώνει σε ένα κράτος με ευνομία. Για την ύπαρξη της ευνομίας απαιτείται η υπακοή στους νόμους του κράτους. Επίσης κατά τον Αριστοτέλη σκοπός του νόμου είναι η δικαιοσύνη, διότι αν δεν υπάρχει δικαιοσύνη τότε “ο άδικος διαμέσου της αδικίας θα κατέχει περισσότερα, αλλά και ο αδικούμενος διαμέσου της αδικίας θα κατέχει λιγότερα”.
Ωστόσο, ακόμη και για έναν κατηγορούμενο σε ποινική δίκη, η ανάγκη για μια δίκαιη δίκη αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα για τον ίδιο το οποίο σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες οφείλει να του διασφαλίσει μια αποτελεσματική δικαστική προστασία, αποτρέποντάς την από μια άδικη καταδίκη ή από μια υπερβολικά αυστηρή ποινή επειδή οι δικαστές έτυχε να επηρεαστούν από την ατμόσφαιρα του δικαστηρίου και κατά την εκτίμηση των δικαστικών τεκμηρίων να βασιστούν σε συναισθηματικά κυρίως κριτήρια για να εκδώσουν απόφαση.
Η προσφυγή στην δικαιοσύνη αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα κάθε πολίτη σε μια ευνομούμενη κοινωνία και η έκδοση μιας δίκαιης απόφασης από τα όργανα της δικαστικής εξουσίας την ύψιστη υποχρέωσή της.
Τα τελευταία τέσσερα χρόνια περίπου, από την στιγμή δηλαδή που εισέβαλε στην πολιτική και οικονομική ζωή του τόπου μας το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) με την Τρόϊκα, η ζωή σχεδόν όλων των πολιτών έχει βυθιστεί σε μια απύθμενη οικονομική ύφεση η οποία προκαλεί παράλληλα και μια ανησυχητική ηθική και κοινωνική κατάπτωση. Κάθε φορά ύστερα από την ψήφιση νόμων από το ελληνικό κοινοβούλιο προκειμένου να μειωθεί το δημοσιονομικό χρέος προς τους δανειστές μας ως απόρροια του μνημονίου που υπογράφτηκε από τους βουλευτές της τότε ελληνικής κυβέρνησης, χωρίς καν να τον αναγνώσουν όπως είχαν δηλώσει ορισμένοι υπουργοί και βουλευτές, προκαλούνται νέες ανισορροπίες ανάμεσα στους πολίτες της κοινωνίας μας με συνέπεια την κοινωνική αντίδραση αλλά και την προσφυγή στην δικαιοσύνη από φυσικά πρόσωπα αλλά και νομικά πρόσωπα για την αντισυνταγματικότητα των νόμων αυτών, με πιο γνωστή την προσφυγή στο ΣτΕ κατά της επιβολής του ΕΕΤΗΔΕ, γνωστό και ως «χαράτσι» δηλ. του Έκτακτου Ειδικού Τέλους Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε) και νυν Ε.Ε.Τ.Α. υπέρ του Δημοσίου το οποίο είχε αρχίσει ήδη να καταβάλλεται από το έτος 2011 και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα να εισπράττεται μέσω των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος από την ΔΕΗ. Αλλά και σ’αυτή την περίπτωση το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο (ΑΠ) έκρινε ότι θα πρέπει να συνεχιστεί η είσπραξη του ΕΕΤΗΔΕ «για λόγους εθνικής έκτακτης ανάγκης» βάζοντας «ταφόπλακα» στις ελπίδες των ελλήνων φορολογουμένων για απαλλαγή από αυτό το δυσβάστακτο οικονομικό μέτρο που ταλανίζει πλέον όλα τα ελληνικά νοικοκυριά και τα οδηγεί στην υπερχρέωση.

Η δικαστική εξουσία οφείλει να είναι ανεξάρτητη, τόσο από την νομοθετική εξουσία, όσο και από την εκτελεστική (ενν. κυβέρνηση).

Σε όλο αυτό το διαφαινόμενο χάος που έχει δημιουργηθεί στην κοινωνία μας εξαιτίας της οικονομική κρίσης με άμεσο συνεπακόλουθο την κοινωνική κατάπτωση, θεωρώ ότι έχει μεγάλη ευθύνη και η δικαιοσύνη.
Η ευθύνη της δικαιοσύνης είναι τεράστια απέναντι στους πολίτες και γι αυτό τα όργανά της που είναι και αυτοί άνθρωποι, οφείλουν να την λαμβάνουν σοβαρά υπόψιν τους και να την τοποθετούν και αυτήν στην «ζυγαριά» πριν εκδώσουν απόφαση ιδιαίτερα απέναντι σε εθνικά ζητήματα καθοριστικά για την συνέχιση της κοινωνικοοικονομικής ζωής των πολιτών.
Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο ο οποίος αντίκειται στο Σύνταγμα, ασχέτως από το ποιος είναι ο πολίτης που προσφεύγει σ’αυτά ή από ποια κοινωνική ή επαγγελματική τάξη προέρχεται.
Η συνέπεια και η υπευθυνότητα της δικαστικής εξουσίας απέναντι στον νόμο και τους πολίτες αποτελεί την μέγιστη υποχρέωση της Δικαιοσύνης μέσα στα δεινά της οικονομικής κρίσης που ολοένα αυξάνονται και μαστίζουν πλέον την πλειοψηφία των ελλήνων πολιτών και για τον λόγο αυτό θα πρέπει να εκπληρώνει στο ακέραιο το καθήκον της και να μην προβαίνει σε άδικες αποφάσεις εις βάρος των ελλήνων πολιτών. Βέβαια για να μην αδικήσουμε ολόκληρο τον δικαστικό κόσμο με το παρόν άρθρο, υπήρχε και υπάρχει μεγάλο ποσοστό στην πλειοψηφία των δικαστών το οποίο δικάζει και λαμβάνει αποφάσεις με γνώμονα το δίκαιο, μένοντας ανεπηρέαστο από οποιοδήποτε άλλο παράγοντα, πλην του Συντάγματος και των Νόμων.
Η ορθή απονομή της δικαιοσύνης θα οδηγήσει την κοινωνία μας στην ευδαιμονία και την ευτυχία και θα καταστήσει τους πολίτες περήφανους! Η δικαιοσύνη που εκφεύγει από το Σύνταγμα και τους Νόμους σηματοδοτεί την παρακμή της πολιτικής ζωής του τόπου καθώς και της Δημοκρατίας με ολέθριες συνέπειες για τους πολίτες της.
Ας κρίνουν οι πολίτες και ας αποδώσουν αυτοί την ευθύνη γιατί η χώρα μας έφτασε σ’αυτήν τη κατάσταση που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια χωρίς να έχουμε πληροφορηθεί μέχρι σήμερα από κανέναν αρμόδιο για το πώς φτάσαμε σ’αυτήν την κατάντια και το ποιος έφταιξε..
*Ο Κωνσταντίνος Τζίκας είναι δικηγόρος & πιστοποιημένος διαμεσολαβητής από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.