Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

ΔΗΜΟΣ ΦΑΡΣΑΛΩΝ ΣΥΝΤΟΜH ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ







logodimosfarsalwn.jpg

ΒΑΣΩ ΝΟΥΛΑ-ΚΑΡΠΕΤΗ
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ



Α. ΤΑ ΦΑΡΣΑΛΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Η αρχαία Φάρσαλος εκτεινόταν στις βόρειες κλιτύες και τις υπώρειες του υψώματος Προφήτης Ηλίας, που αποτελεί απόληξη προς τα ΒΔ του Ναρθακίου όρους, σε μια στρατηγικής σημασίας γεωγραφική θέση, από την οποία διέρχονταν οδικοί άξονες που συνέδεαν τη βόρεια με τη νότια Ελλάδα. Σήμερα στο μεγαλύτερο μέρος της καλύπτεται από τη σύγχρονη πόλη. Η εύφορη πεδιάδα που απλώνεται μπροστά της, διασχίζεται από τους ποταμούς Ενιπέα και Απιδανό, περικλείεται από τα όρη Φυλλήιο και Χαλκηδόνιο προς Β και Ναρθάκιο προς Ν και καταλήγει στη δυτική θεσσαλική πεδιάδα. Aποτελούσε δε στην αρχαιότητα, όπως και σήμερα, πηγή οικονομικής ευημερίας.
Η πρωιμότερη βεβαιωμένη ανασκαφικά κατοίκηση του χώρου ανάγεται στη Νεότερη Νεολιθική περίοδο και πιο συγκεκριμένα στην 4η χιλιετία π.Χ., γεγονός που καθιστά την περιοχή μια από τις αρχαιότερες κοιτίδες αδιάλειπτης κατοίκησης της Ευρώπης. Ο οικισμός της περιόδου  εντοπίζεται επάνω στο βραχώδη λόφο της Αγίας Παρασκευής, επάνω από τις πηγές του Απιδανού ποταμού. Δυστυχώς, έως σήμερα, δεν έχουν βρεθεί αρχιτεκτονικά λείψανα της εποχής, παρά μονάχα ανασκαφικά στρώματα (συχνά διαταραγμένα λόγω της αλλεπάλληλης χρήσης του χώρου), με κεραμεικά ευρήματα.
Κέντρο της κατοίκησης στην Εποχή του Χαλκού (3η  χιλιετία π.Χ. και 2η  χιλιετία π.Χ.) παραμένει ο λόφος της Αγίας Παρασκευής. Τα αρχαιολογικά δεδομένα είναι και πάλι φτωχά. Από την περίοδο αυτή μας έρχονται και τα αρχαιότερα αρχιτεκτονικά δεδομένα κατοίκησης στα οποία περιλαμβάνονται δύο κιβωτιόσχημοι τάφοι των αρχών της 2η χιλιετίας π.Χ.
Ο οικισμός των μυκηναϊκών χρόνων, δηλαδή του β΄ μισού της 2ης χιλιετίας π.Χ., ταυτίστηκε από παλαιότερους και νεότερους ερευνητές, βάσει μυθολογικών και φιλολογικών μαρτυριών, καθώς και τοπογραφικών στοιχείων, με την ομηρική πόλη Φθία, γενέτειρα του ήρωα Αχιλλέα, που εξεστράτευσε στην Τροία ως αρχηγός των Μυρμιδόνων με πενήντα πλοία. Και από την περίοδο αυτή εκλείπουν βασικά τα αρχιτεκτονικά λείψανα, ενώ έχουμε στη διάθεσή μας μόνον ανασκαφικά στρώματα με κινητά ευρήματα (κεραμεική και μικροαντικείμενα). Εξαίρεση αποτελεί η εύρεση μυκηναϊκών τάφων στο χώρο του δυτικού νεκροταφείου της πόλης των ιστορικών χρόνων.  

                 xarths_arxaias_thessalias.jpg 
ΧΑΡΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΣΕ ΤΕΤΡΑΡΧΙΕΣ

Στα τέλη του 12ου αιώνα π.Χ. στην περιοχή εισβάλλουν οι Θεσσαλοί, ελληνικό φύλο που έως τότε ζούσε στην περιφέρεια του μυκηναϊκού κόσμου, και αναγκάζουν τους παλαιότερους κατοίκους, τους Πελασγούς, είτε να μεταναστεύσουν, είτε, κυρίως, να υποταχθούν και ως Πενέστες ( δούλοι ) να γίνουν οι καλλιεργητές της γης των Θεσσαλών κυρίαρχων. Την εποχή αυτή περίπου, πρέπει να αναζητήσει κανείς τις απαρχές της πόλης των ιστορικών χρόνων, αν και τα ανασκαφικά στοιχεία είναι λιγοστά και οι γραπτές πηγές φειδωλές.

ΧΑΡΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ
              xarths_arxaias_thessalias_axrwmos.jpg  
                             (σχεδίαση Π. Χρυσοστόμου με βάση το χάρτη του Stahlin)  
Οι Θεσσαλοί χωρίζουν την επικράτειά τους σε τετραρχίες ( αλλιώς τετράδες ή μοίρες ) : την Πελασγιώτιδα, τη Φθιώτιδα, τη Θεσσαλιώτιδα και την Εστιαιώτιδα.[1]


[1]     Μυθικά, η διαίρεση αυτή αποδίδεται στον Αλευά τον Πυρρό, τον οποίο η Πυθία έχρισε πρώτο αρχηγό πάντων των Θεσσαλών. Έκτοτε, όλες μαζί οι θεσσαλικές τετράδες συγκροτούσαν ένα “ομόσπονδο” κράτος, με έναν κοινό, σε ώρα πολέμου, αρχηγό, με τον τίτλο “ταγός”, που εκλεγόταν από τους αρχηγούς (αποκαλούνταν επίσης «ταγοί») όλων των τετράδων. Ο τίτλος αυτός ήταν συνήθως κληρονομικός, μεταξύ των μελών των αριστοκρατικών οίκων. Αργότερα, το 360 π.Χ., οι Θεσσαλοί, σε μία εξέλιξη της πολιτειακής τους οργάνωσης, συγκρότησαν μία κοινοπολιτεία γνωστή ως “Κοινό των Θεσσαλών”, στο οποίο συμμετείχαν όλες οι θεσσαλικές πόλεις πλην των Φερών. Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα επί της ταγείας του Φαρσάλιου Αγελάου.


H Φάρσαλος - είναι το νέο όνομα της πόλης [2]- γίνεται τότε η πρωτεύουσα της "Τετράδος Φθιώτιδος" και της "Περιοικίδος Αχαΐας Φθιώτιδος", καθώς και μια από τις ισχυρότερες θεσσαλικές πόλεις.   
diairesh_thessalias.jpg
Η ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ - ΤΕΤΡΑΡΧΙΕΣ



[2]       ετυμολογικά συνδέεται με τη λέξη “φάρσος” που σημαίνει “τμήμα” και είτε με τη λέξη “Άλος” που είναι γνωστό όνομα πόλης, και με άλλα λόγια ερμηνευτικά “Φάρσαλος” μπορεί να σημαίνει “τμήμα της πόλης Άλος”, και να αντηχεί τις μετακινήσεις πληθυσμών που προκάλεσε η εισβολή των Θεσσαλών και στην προκειμένη περίπτωση, πιθανώς να αντανακλά μετοικήσεις από τη λοκρική Άλο που ως τοπωνύμιο παύει να υφίσταται στα ιστορικά χρόνια· είτε με τη λέξη “Ελλάς” ή “Σελλοί” και  μπορεί να σημαίνει “τμήμα της Ελλάδος”. Εκτενή διαπραγμάτευση γύρω από την ετυμολογική προέλευση και την ερμηνευτική προσέγγιση του ονόματος της πόλης μπορεί να βρει κανείς στο βιβλίο του Λ. Βαϊρακλιώτη, «Τα Φάρσαλα στην Αρχαιότητα» και στο βιβλίο του Μ. Αθανασίου, «Αναζητώντας τη Φθία και την Ελλάδα». 

 
ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΤΕΤΡΑΔΟΣ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΙΚΙΔΟΣ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ
         pelasgiotis.jpg   

Από το οικισμό της πρωτογεωμετρικής και της γεωμετρικής περιόδου (11ος έως 8ος αιώνας π.Χ.) ήρθε πρόσφατα στο φως τμήμα του νεκροταφείου του.

Από τα αρχαιολογικά ευρήματα προκύπτει ότι η πόλη ευημερούσε ήδη κατά τους υστεροαρχαϊκούς χρόνους, δηλαδή στο β΄ μισό του 6ου αιώνα π.Χ. Στα σημαντικότερα των ευρημάτων της περιόδου συγκαταλέγονται: α) θολωτός τάφος με δρόμο, όχι μεταγενέστερος των αρχών του 5ου αιώνα π.Χ., που χρησιμοποιήθηκε από τα υστεροαρχαϊκά έως τα ελληνιστικά χρόνια (αμέσως ΒΔ της θόλου του βρέθηκε, σε βαθύτερο επίπεδο, ένας θαλαμοειδής τάφος μυκηναϊκών χρόνων). Στα κτερίσματα του θολωτού συμπεριλαμβάνεται ένας περίφημος  καλυκωτός κρατήρας με παράσταση μάχης Ελλήνων και Τρώων πάνω από το σώμα του νεκρού Πατρόκλου, που αποδίδεται στο εργαστήριο του περίφημου αγγειογράφου της μελανόμορφης τεχνικής, Εξηκία ( Αθήνα – Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο).
tholwtos_tafos.jpg
  Ο ΘΟΛΩΤΟΣ ΑΡΧΑΪΚΟΣ ΤΑΦΟΣ – ΛΗΨΗ ΑΠΟ ΒΔ
eswteriko_tholwtou_tafou.jpg
ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΤΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΘΑΛΑΜΟΥ ΤΟΥ ΘΟΛΩΤΟΥ ΤΑΦΟΥ
diadromos_tholwtou_tafou.jpg
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΟΥ ΘΟΛΩΤΟΥ ΤΑΦΟΥ

opseis_kalikwtou_krathra.jpg
                    ΟΙ ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΛΥΚΩΤΟΥ ΚΡΑΤΗΡΑ ΤΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΕΞΗΚΙΑ

                              ΕΘΝΙΚΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

thrausma.jpg
ΘΡΑΥΣΜΑ ΑΠΟ ΔΙΝΟ ΤΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΣΟΦΙΛΟΥ.ΒΡΕΘΗΚΕ ΣΤΟ ΠΑΛΑΙΚΑΣΤΡΟ (ΧΤΟΥΡΙ)
ΕΘΝΙΚΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ


β) Το γνωστό επιτύμβιο ανάγλυφο “L' exaltation de la fleur”, του α΄ μισού του 5ου αιώνα π.Χ., που βρέθηκε τυχαία στην περιοχή της Παναγίας το 19ο  αιώνα. (Παρίσι – Μουσείο Λούβρου).
epitumvio_anaglufo.jpg
ΤΟ ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΑΝΑΓΛΥΦΟ “ L’ EXALTATION DE LA FLEUR”, α’ μισό 5ου αιώνα π.Χ.

poreia_arxaiou_teixous.jpg
ΑΠΟΤΥΠΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΤΕΙΧΟΥΣ ΤΗΣ ΦΑΡΣΑΛΟΥ
(από το διαδικτυακό τόπο http://odysseus.culture.gr)



Την περίοδο αυτή η πόλη αρχίζει να περικλείεται από ισχυρό τείχος, ενισχυμένο με πύργους και πύλες. Η κατασκευή του τείχους συνεχίστηκε έως και τον 4ο αιώνα π.Χ. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκε ντόπιος γκριζωπός ασβεστόλιθος και ήταν εξολοκλήρου λίθινο. Το κυριώτερο σύστημα δόμησης του τείχους είναι το ισόδομο τραπεζιόσχημο. Σε μικρό τμήμα του είναι κτισμένο σύμφωνα με το πολυγωνικό σύστημα, με επίδραση της λέσβιας τοιχοδομίας, αλλά και με την έμπλεκτο τεχνική.  Η συνολική περίμετρος του δεν ξεπερνούσε τα 5 χιλιόμετρα και το πάχος του κυμαίνεται από 1,50 έως 2,80 μέτρα. Σε όλη την περίμετρό του υπήρχαν είκοσι τρεις τετράπλευροι-ορθογώνιοι πύργοι, από τους οποίους είναι σήμερα ορατοί με σαφήνεια δεκαεννέα, ενώ έχουν εντοπισθεί  τέσσερις πύλες και μία πυλίδα, επάνω στους άξονες των οδικών αρτηριών που οδηγούσαν στην πόλη.


akropolis_farsalwn.jpg
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΠΟΨΗ ΤΩΝ ΤΕΙΧΩΝ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ ΤΗΣ ΦΑΡΣΑΛΟΥ - ΝΟΤΙΑ ΠΥΛΗ

Την εποχή αυτή διαμορφώνεται, πιθανώς, και η ακρόπολη της πόλης, που είναι χωριστά τειχισμένη, καταλαμβάνει την κορυφή του υψώματος Προφήτης Ηλίας και φαίνεται ότι εξυπηρετούσε καθαρά στρατιωτικούς – αμυντικούς σκοπούς. Αποτελεί το νοτιότερο και υψηλότερο τμήμα της πόλης και το σχήμα της είναι επίμηκες, με κατεύθυνση ανατολικά – δυτικά και αποτελείται από δύο πεπλατυσμένες εξάρσεις στα άκρα, με ένα στενό διάσελο ανάμεσά τους. Το μήκος της φτάνει τα 500 μέτρα, ενώ το μέγιστο πλάτος της μόλις τα 60 μέτρα. Η σημερινή της εικόνα είναι προϊόν των μετασκεύων της βυζαντινής περιόδου. Στο σύστημα τροφοδοσίας και αποταμίευσης νερού της αρχαίας ακρόπολης ανήκει μία δεξαμενή σε σχήμα φιάλης, σκαμμένη στο βράχο και κτισμένη στην περιοχή του στομίου της κατά το εκφορικό σύστημα με ορθογώνιους κυβόλιθους σε δόμους.
        nomisma_4_5.jpg  

ΧΑΛΚΙΝΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΦΑΡΣΑΛΟΥ, ΤΕΛΗ 5ου   – ΑΡΧΕΣ 4ου ΑΙΩΝΑ π.Χnomisma.jpg 
ΝΟΜΙΣΜΑ ΤΗΣ ΦΑΡΣΑΛΟΥ ΤΟΥ 4ου(; )ΑΙΩΝΑ π.Χ
Αμέσως μετά τους περσικούς πολέμους η πόλη αρχίζει να κόβει δικά της νομίσματα. Στον εμπροσθότυπο των αργυρών και χάλκινων νομισμάτων της απεικονίζεται η κεφαλή της προστάτιδας θεάς της πόλης Αθηνάς, με αττικό ή κορινθιακό κράνος. Στον οπισθότυπο, ίππος ή ιππέας, θέμα ιδιαίτερα προσφιλές σε αριστοκρατικές κοινωνίες όπως η θεσσαλική, και μάλιστα αυτή της Φαρσάλου, το ιππικό της οποίας, επιπλέον, υπήρξε, (όπως και όλης της Θεσσαλίας εξάλλου), το πλέον φημισμένο στην αρχαιότητα. Γενικώς, η νομισματοκοπεία της Φαρσάλου θεωρείται από τις πρωιμότερες στο θεσσαλικό χώρο.

arguro_nomisma.jpg 
AΡΓΥΡΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΤΗΣ ΦΑΡΣΑΛΟΥ- ΚΡΑΝΟΦΟΡΟΣ ΚΕΦΑΛΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ ΙΠΠΕΑΣ ΜΕ ΠΕΤΑΣΟ

Το πολίτευμα της πόλης ήταν παραδοσιακά ολιγαρχικό, αλλά οι άρχοντες της ήταν γνωστοί για την εντιμότητά τους, τόσο, ώστε να εγκωμιάζονται από τον ίδιο τον Αριστοτέλη ως παράδειγμα χρηστής διοίκησης : «ἔστιν οὐν παράδειγμα οἱ ἐν Φαρσάλῳ ὀλιγαρχία. Ἐκείνοι, ὁλίγοι ὂντες, διά τό καλῶς διοικεῑν, πολλών κύριοι εἰσίν» (Αριστοτέλους Πολιτικά).
Η μεγάλη ακμή της πόλης σημειώνεται κατά τον 5ο και τον 4ο  αιώνα π.Χ. Η πόλη γίνεται ισχυρή πρωταγωνίστρια των θεσσαλικών θεμάτων και αναδεικνύει μεγάλους πολιτικούς ηγέτες από την οικογένεια των Εχεκρατιδών. Οι Εχεκρατίδες, κατά τους περσικούς πολέμους, συμμάχησαν με τους Αθηναίους, ενώ, σημειωτέον, ότι από την πόλη διήλθε η στρατιά του Ξέρξη.  Ο πιο σημαντικός από τους Εχεκρατίδες ήταν ο Δάοχος, γιος του Αγία, που κυβέρνησε τους Θεσσαλούς στο β’ μισό του 5ου αιώνα π.Χ., επί 27 συναπτά έτη, “οὑ βίᾳ ἀλλά νόμῳ”. Σημαντικός και συνετός  άρχοντας υπήρξε επίσης ο Πολυδάμας, που διοίκησε την πόλη στα κρίσιμα χρόνια των εμφυλίων πολέμων, που τάραξαν τη Θεσσαλία στα τέλη του 5ου και τις αρχές του 4ου  αιώνα π.Χ. Η Θεσσαλία υποτάχθηκε τελικά, ειρηνικά, γύρω στο 374 π.Χ., στον τύραννο των Φερών Ιάσονα.
Είκοσι χρόνια νωρίτερα, το 394 π.Χ., αμέσως νοτιώτερα της Φαρσάλου, κοντά στο όρος Ναρθάκιο, διεξήχθη η γνωστή μάχη μεταξύ των Θεσσαλών και της περσικής στρατιάς, αρχηγός της οποίας ήταν ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Αγησίλαος. Είναι η περίοδος της Σπαρτιατικής Ηγεμονίας στην Ελλάδα, αμέσως μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Ο Αγησίλαος κατατρόπωσε το θεσσαλικό ιππικό και σε ανάμνηση της νίκης του ανήγειρε μεγαλοπρεπές μνημείο. 

Η πόλη ακμάζει εκ νέου την περίοδο της μακεδονικής κυριαρχίας στη Θεσσαλία, από τα μέσα, δηλαδή, του 4ου αιώνα και μετά, καθώς οι άρχοντές της, Δάοχος Β’ και Θρασύδαιος, βοηθούν το Φίλιππο Β’ της Μακεδονίας να υποτάξει στο βασίλειό του όλη τη Θεσσαλία. Έτσι, κατορθώνουν να διασφαλίσουν για την πατρίδα τους την εύνοια του Μακεδόνα βασιλιά και μάλιστα, να υπερφαλαγγίσουν την ανταγωνίστρια πόλη Λάρισα, από το 346 μέχρι το 323 π.Χ., αναλαμβάνοντας την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Θεσσαλίας. Την αύξηση της δύναμης της Φαρσάλου μαρτυρούν η πολεοδομική επέκτασή της και οι αμέτρητες αναφορές σε συγγραφείς και επιγραφές. Δείγμα της ισχύος της αποτελεί ακόμη το γεγονός ότι ο Δάοχος Β’, άρχοντας της πόλης και ιερομνήμων στους Δελφούς, αναθέτει στο γ’ τέταρτο του 4ου αιώνα π. Χ. στο ιερό του Απόλλωνα μαρμάρινο σύνταγμα από εννέα αγάλματα, που παρίστανε τους πολιτικούς, στρατιωτικούς και αθλητές προγόνους του και το θεό Απόλλωνα. Το σύνταγμα θεωρείται έργο αργο-σικυωνικού εργαστηρίου, μέλος του οποίου ήταν και ο κορυφαίος γλύπτης Λύσιππος και στον οποίο αποδίδονται ορισμένα αγάλματα, όπως ο Αγίας.
anathhma_diadoxou.jpg

              ΤΟ ΑΝΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΔΑΟΧΟΥ Β’ ΣΤΟΥΣ ΔΕΛΦΟΥΣ, ΠΕΡΙ ΤΟ 337 π.Χ.

agalmata_apo_suntagma.jpg
          ΑΓΑΛΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΔΑΟΧΟΥ Β’ ΣΤΟΥΣ ΔΕΛΦΟΥΣ (περί το 337 π.Χ.)


Κατά τη διάρκεια του Λαμιακού πολέμου (323 – 322 π.Χ.) η Φάρσαλος παρεξέκλινε από τη μακεδονική πολιτική, υποβαθμίστηκε σε περιοχή δεύτερης κατηγορίας και πρέπει να υπέφερε πολύ κατά τον 3ο αιώνα π.Χ., γιατί αποτελούσε το μήλο της έριδος μεταξύ της μακεδονικής Πελασγιώτιδος και της αιτωλικής Αχαΐας, και εν τέλει διεκδικήθηκε από τους Αιτωλούς σαν ένα προσάρτημα της Αχαΐας.
Κατά το Β' και Γ' Μακεδονικό πόλεμο (200 – 197 π.Χ. και 171 – 168 π.Χ., αντίστοιχα), η περιοχή της Φαρσάλου, έγινε το πεδίο πολεμικών μαχών ανάμεσα στο Φίλιππο Ε' της Μακεδονίας και τους Ρωμαίους. Το 197 π.Χ. μάλιστα, πλησίον της πόλης έγινε η περίφημη μάχη των “Κυνός Κεφαλών”,  όπου ο Ρωμαίος στρατηγός Τίτος Κόιντος Φλαμίνιος νίκησε κατά κράτος το Φίλιππο Ε'.
Μετά από την κατάλυση του Μακεδονικού Βασιλείου, το 148 π.Χ., η Φάρσαλος πέρασε από τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία, στη Ρωμαϊκή κυριαρχία.

rwmaiko_nomisma.jpg
ΡΩΜΑΪΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ (ΑΣΣΑΡΙΟ) ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ: ΣΤΟΝ ΕΜΠΡΟΣΘΟΤΥΠΟ ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ Η ΚΕΦΑΛΗ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ- ΣΤΟΝ ΟΠΙΣΘΟΤΥΠΟ ΙΠΠΟΣ & ΕΠΙΓΡΑΦΗ «ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΝΙΚΟΜΑΧΟΥ», 117-138 μ.Χ.- ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΑΔΡΙΑΝΟΥ

Στα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας ταλαιπωρήθηκε και πάλι, καθώς έγινε το θέατρο των εμφύλιων συγκρούσεων των Ρωμαίων διεκδικητών της εξουσίας. Το μόνο γεγονός που θα φέρει την πόλη ξανά στο προσκήνιο της ιστορίας είναι η μάχη που διεξήχθη ανοιχτά στην πεδιάδα της, το 48 π.Χ., ανάμεσα στον Πομπηίο και τον Ιούλιο Καίσαρα.
Από την αρχαία πόλη, κυρίως αυτή των ελληνιστικών χρόνων, έχει ανασκαφεί ένας σημαντικός αριθμός ιδιωτικών οικιών, κάποιες από τις οποίες είναι πλούσιες επαύλεις, και έχει αποκαλυφθεί η σκευή τους in situ. Έχουν ποικίλη κάτοψη, τοίχους με λιθόκτιστα θεμέλια και ανωδομή από ωμά πλιθιά, που σε ορισμένες περιπτώσεις φέρουν επένδυση με έγχρωμα κονιάματα. Τα δάπεδα τους είναι φτιαγμένα είτε απλά, από πατημένο πηλό, είτε είναι πιο φροντισμένα και περίτεχνα, ψηφιδωτά ή βοτσαλωτά. Η κεράμωση, που συχνά βρίσκεται άθικτη, είναι λακωνικού τύπου. Οι δρόμοι της πόλης είναι συνήθως χωμάτινοι, αλλά και πλακόστρωτοι, και διασχίζονται από σύστημα αποχετευτικών αγωγών.
Έξω από τα τείχη της πόλης αναπτύχθηκαν τα νεκροταφεία της. Αυτό που είναι πιο εκτεταμένο και έχει επαρκέστερα ερευνηθεί, είναι το δυτικό νεκροταφείο, το οποίο εκτεινόταν εκατέρωθεν της οδού που οδηγούσε προς τη νότια Ελλάδα. Περιείχε τάφους από τη μυκηναϊκή έως την ελληνιστική περίοδο. Οι τάφοι ανήκουν σε διάφορους τύπους:  κιβωτιόσχημοι με τοιχώματα χτιστά ή επενδυμένα με πλάκες, μερικές φορές καλυμμένοι από τύμβο, ταφικά οικοδομήματα με πώρινες λάρνακες, κυκλικοί και ωοειδείς χτιστοί τάφοι, κεραμοσκεπείς και τεφροδόχα αγγεία.
Όσον αφορά στη λάτρεια, πιστοποιείται από κινητά ευρήματα, κυρίως αναθηματικές επιγραφές, η λατρεία αρκετών θεοτήτων, πέραν της προστάτιδος της πόλης θεάς Αθηνάς. Με βάση τις επιγραφές, τοποθετείται το ιερό του Διός Θαυλίου στο λόφο της Αγίας Παρασκευής και το ιερό του Ασκληπιού στο λόφο του Αγίου Νικολάου. Επίσης αναφέρεται η λατρεία των Ολυμπίου Δία, Ερμή Αγυιάτα, Αρτέμιδος, Αφροδίτης Πειθούς και Θέτιδος. Στις θέσεις «Πλάτωμα» και «Εικονισματάκι» στο λόφο του Προφήτη Ηλία, βρέθηκαν δύο αποθέτες ιερού Δήμητρας, που χρονολογούνται στα τέλη του 4ου – αρχές 3ου αιώνα π.Χ. και από τους οποίους προέρχεται μεγάλος αριθμός πήλινων ειδωλίων και αναθηματικών αγγείων.
Δυστυχώς, σήμερα, τα περισσότερα από τα ανασκαμμένα λείψανα της Φαρσάλου, που εκτός από ιδιωτικές οικίες, τάφους, τμήματα δρόμων και τμήματα της οχύρωσης υπήρξαν και λείψανα κτηρίων δημοσίας χρήσεως, όπως στοές, μικρά ιερά, αποθήκες και καταστήματα, και τα οποία συνολικά μας έδιναν μία σαφή γνώση του πολεοδομικού ιστού της αρχαίας πόλης, έχουν καταχωθεί. Ορατά σε απαλλοτριωμένα οικόπεδα διατηρούνται μόνον τμήματα του τείχους και ταφικά μνημεία. Επίσης τμήματα της οχύρωσης της ακρόπολης και της πόλης διασώζονται σε διάφορα σημεία στην κορυφή και τη βόρεια πλαγιά του υψώματος Προφήτης Ηλίας.



Β. ΤΑ ΦΑΡΣΑΛΑ ΣΤΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ


Στη βυζαντινή εποχή η πόλη μνημονεύεται στις γραπτές πηγές ως Φθία -τύπος σπανιώτερος - Φάρσαλος, Φάρσαλα, Φύρσαλα και Φαρσαλία. Διοικητικά ανήκε στο θέμα Ελλάδος, ενώ εκκλησιαστικά υπήρξε κατά διαστήματα έδρα επισκοπής, αρχιεπισκοπής και μητρόπολης μέχρι το 1382, οπότε αποτέλεσε πλέον από κοινού με το Φανάρι Καρδίτσας τη μητρόπολη Φαναριοφερσάλων.
Τον 8ο  και τον 9ο  αιώνα, παρά τις ληστρικές επιδρομές Βουλγάρων και Σαρακηνών, η πόλη γνώρισε οικονομική άνθηση.
Συχνές είναι οι αναφορές στην πόλη σε σχέση με διάφορα ιστορικά γεγονότα από τα τέλη του 10ου αιώνα και μετά.
Μετά την Α’ άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 από τους σταυροφόρους και την κάθοδο αυτών στον ελλαδικό χώρο, η Φάρσαλος κυριεύεται από το Βονιφάτιο Μομφερατικό και προσαρτάται στο λομβαρδικό του βασίλειο. Η φραγγοκρατία κράτησε έως το 1222.
Από το 1309 έως το 1333 εντάχθηκε στο καταλανικό δουκάτο των Αθηνών. Επανακτήθηκε από το βυζαντινό αυτοκράτορα, Ανδρόνικο Γ’.
Το 1348 η πόλη καταλαμβάνεται από το στρατηγό του Σέρβου ηγεμόνα Στέφανου Δουσάν, Θωμά Πρελούμπο και παραμένει υπό σερβική κατοχή για 45 χρόνια.
Στα τέλη του 14ου  αιώνα περνά στα χέρια των Τούρκων.
Η έκταση της πόλης στα βυζαντινά χρόνια συρρικνώθηκε δραματικά. Περιορίσθηκε στο υψηλότερο τμήμα της βόρειας πλαγιάς του λόφου του Προφήτη Ηλία, καταλαμβάνοντας το 1/6 της αρχαίας πόλης.
vuzantinos_purgos.jpg
ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΠΥΡΓΟΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ ΤΩΝ ΦΑΡΣΑΛΩΝ – ΕΧΕΙ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΕΙ ΤΜΗΜΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ  ΤΕΙΧΟΥΣ
Σύμφωνα με τον Προκόπιο τειχίστηκε στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (6ος αιώνας). Η αρχαία ακρόπολη εξακολούθησε να χρησιμοποιείται και τα τείχη της ανακατασκευάστηκαν, ενσωματώνοντας στο νέο τείχος τα κατά τόπους σωζόμενα τμήματα του αρχαίου. Από την οχύρωση της εποχής αυτής σώζονται σε αρκετό ύψος τμήματα του τείχους της ακρόπολης και του ανατολικού σκέλους του τείχους της πόλης. Η ακρόπολη συνεχίζει να χρησιμοποιείται και στη Μεταβυζαντινή εποχή, όπως διαπιστώνεται από εκτεταμένες επισκευές στο νότιο και το δυτικό τείχος, στις οποίες χρησιμοποιούνται μικρές αργές πέτρες χωρίς συνδετικό υλικό.
Δεξαμενές νερού στην ακρόπολη και την πόλη αποτελούν τα μόνα ανασκαφικά δεδομένα της περιόδου. Η μεγαλύτερη από τις δεξαμενές των βυζαντινών χρόνων, κτίσθηκε σε επαφή με το νότιο τείχος του δυτικού τμήματος της ακρόπολης. Το εσωτερικό της είναι επιχρισμένο με υδραυλικό κονίαμα και η στέγασή της γινόταν με καμάρα, τα τόξα της οποίας στηρίζονταν σε ζεύγη αντηρίδων, κατά μήκος των δύο μακρών πλευρών της. Εκτός από κεραμεική, άλλα λείψανα βυζαντινών χρόνων μέσα στη σύγχρονη πόλη δεν έχουν εντοπιστεί ανασκαφικά μέχρι σήμερα.  

                                               

Γ. ΤΑ ΦΑΡΣΑΛΑ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ


Από τα τέλη του 14ου αιώνα έως τις 18 Αυγούστου 1881 η πόλη παρέμεινε κάτω από τον τουρκικό ζυγό. Η ονομασία της παραδίδεται τότε ως Φάρσαλα ή Φέρσαλα, ενώ στα τουρκικά Τσιατάλτζα, που σημαίνει σταυροδρόμι.
Ο σουλτάνος παραχώρησε ελάχιστα προνόμια κοινοτικής αυτοδιοίκησης στον τοπικό πληθυσμό. Τα προνόμια αυτά συνίστατο στην εν μέρει άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων τους, μέσω του Ρωμαίικου Μιλλετιού, επικεφαλής του οποίου ήταν ο Οικουμενικός Πατριάρχης.
Συχνές ήταν οι καθαιρέσεις και οι διώξεις κληρικών, ενώ η εκπαίδευση υπολειτουργούσε.
Στα πλούσια χωριά των Φαρσάλων εγκαταστάθηκαν Τούρκοι άποικοι, που κατέλαβαν τα εύφορα πεδινά μέρη, ενώ ο γηγενής πληθυσμός μεταβλήθηκε σε δουλοπάροικο του κατακτητή. Εφαρμόσθηκε το τιμαριωτικό καθεστώς των Βυζαντινών. Η μεγάλη έγγεια ιδιοκτησία ονομάσθηκε «τσιφλίκι».
Η πόλη υπήρξε έδρα μπέηδων, που εκμεταλλεύονταν τις εύφορες αγροτικές εκτάσεις της περιοχής. Στις αρχές του 19ου αιώνα έγινε τσιφλίκι του Αλή Πασά.
Σύμφωνα με πληροφορίες που μας παρέχει ο Γάλλος πρόξενος στη Θεσσαλονίκη Beaujour, ο πληθυσμός έφθανε στους 5000 κατοίκους στα τέλη του 18ου αιώνα, δηλαδή ήταν μια πόλη σημαντικού μεγέθους, σε σχέση με τα δεδομένα της εποχής. Η πόλη αποτελούσε ένα από τα κυριώτερα κέντρα βαφής βαμβακερών ειδών. Ονομαστό προϊόν της από τα χρόνια αυτά είναι και ο χαλβάς. Η ετήσια εμποροπανήγυρή της, το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου, το γνωστό «Παναϊά Παζάρ», ήταν η σημαντικότερη της Θεσσαλίας, καθώς συνέπιπτε με τη συγκομιδή των δημητριακών και μνημονεύεται τουλάχιστον από το 1608.
purgos_karamixou.jpg 
ΠΥΡΓΟΣ «ΚΑΡΑΜΙΧΟΥ», ΤΥΠΙΚΟ ΠΥΡΓΟΣΠΙΤΟ ΤΩΝ ΦΑΡΣΑΛΩΝ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΑΡΧΕΣ 18ου ΑΙΩΝΑ
Κατά καιρούς ο τόπος υπέφερε από σιτοδείες, επιδημίες πανούκλας και Τουρκαλβανούς ληστές. Κατά τη διάρκεια μάλιστα των Ορλωφικών (1770) δοκιμάστηκε από τους μισθοφόρους των Οθωμανών, Τουρκαλβανούς, που επέστρεφαν από την Πελοπόννησο μετά από την καταστολή της εξέγερσης, αλλά ανέκτησε την εμπορική σημασία της τα επόμενα χρόνια.
Τα Φάρσαλα απουσιάζουν από την Επανάσταση του 1821, λόγω του αριθμού των τουρκικών στρατευμάτων που έχουν ως έδρα τους την περιοχή. Στην επανάσταση του 1854 στη Θεσσαλία, στη Μακεδονία και στην Ήπειρο, πολλοί κάτοικοι της κατατάσσονται στα εθελοντικά σώματα. Το ίδιο συμβαίνει και στην επανάσταση του 1878.
Στην περιοχή της σύγχρονης πόλης εντοπίζονται εκτεταμένα ανασκαφικά στρώματα της περιόδου της τουρκοκρατίας και έχουν κατά καιρούς ανασκαφθεί τμήματα οικοδομημάτων, πλακόστρωτων δρόμων και τάφοι. Την πόλη αναφέρουν ξένοι περιηγητές που την επισκέφθηκαν, όπως ο Leake, o Heuzey κ.α. Από αυτούς αντλούμε πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες, ο τουρκικός πληθυσμός κατοικούσε στο κέντρο της πόλης, ενώ το χριστιανικό στοιχείο είχε περιοριστεί στις παρυφές της, δηλαδή στις συνοικίες του Βαρουσιού και του Παλιόλουτρου, όπου και οι αντίστοιχες εκκλησίες του Αγίου Νικολάου και της Παναγίας. Από τα 5-6 τζαμιά που αναφέρονται, σήμερα δεν διασώζεται κανένα.

apopsh_xaraktiko.jpg
ΑΠΟΨΗ ΤΩΝ ΦΑΡΣΑΛΩΝ ΣΕ ΧΑΡΑΚΤΙΚΟ ΤΟΥ S. POMARDI, 19ος ΑΙΩΝΑΣ



Δ. ΤΑ ΦΑΡΣΑΛΑ  ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ


Μετά την ένωση της Θεσσαλίας με την υπόλοιπη Ελλάδα το 1881, η πόλη γνώρισε νέα ακμή, που συνεχίστηκε και στις επόμενες δεκαετίες.
Κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, στα βορειοδυτικά της, διεξήχθη η γνωστή, σκληρή μάχη. Στις 24 Απριλίου όμως, οι ελληνικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στο Δομοκό.
Η συμβολή της πόλης στο αγροτικό κίνημα των αρχών του 20ου αιώνα ήταν αξιοσημείωτη.
Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, βομβαρδίστηκε, τον Απρίλιο του 1941, από τους Γερμανούς, ενώ συμμετείχε στην αντίσταση και το Μάρτιο του 1943 πυρπολήθηκε από τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής και περίπου διακόσιοι κάτοικοί της εκτελέστηκαν.
Στα 1954 και 1957 υπέφερε από καταστρεπτικούς σεισμούς.
Η πόλη υπήρξε διαδοχικά έδρα Δήμου (1883), κοινότητας (1913-1964), Δήμου πάλι από το 1965 καθώς και έδρα της ομώνυμης επαρχίας του Νομού Λάρισας, στην οποία ανήκαν και οι οικισμοί Ρύζι, Σταθμός και Χαϊδάρια. . Από το 1999, ( σε εφαρμογή του ΦΕΚ του 1997), αποτέλεσε έδρα διευρυμένου Καποδιστριακού Δήμου στον οποίο εντάχθηκαν και τα δημοτικά διαμερίσματα Αχίλλειο και Βρυσιά. Από το 2011, ( σε εφαρμογή του ΦΕΚ του 2010), είναι η έδρα του διευρυμένου  Καλλικρατικού Δήμου, που περιλαμβάνει όλους τους τέως καποδιστριακούς Δήμους της επαρχίας Φαρσάλων, δηλαδή τους Δήμους Φαρσάλων, Πολυδάμαντα, Ενιπέα και Ναρθακίου.
Τα Φάρσαλα είναι ένα σημαντικό γεωργικό, αλλά και αστικό κέντρο της Θεσσαλίας και μία περιοχή με πολλές  και διαφορετικές δυνατότητες ανάπτυξης.

sugxronh_polh.jpg 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΠΟΛΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ




Ε. Η ΑΡΧΑΙΑ ΣΚΟΤΟΥΣΣΑ

Όχι μόνον η πόλη των Φαρσάλων, αλλά και η ευρύτερη περιοχή του Δήμου είναι έμπλεη αρχαίας ιστορίας. Σημαντική πόλη, κυρίως της κλασικής και ελληνιστικής περιόδου της αρχαίας Ελλάδας, (5ος  έως 2ος αιώνας π.Χ.) υπήρξε και η Σκοτούσσα.
Η Σκοτούσσα έστεκε πάνω στους λόφους, στην οδό που οδηγούσε από τη Φάρσαλο στις Φερές, ανάμεσα σε δύο παράλληλες ποτάμιες κοιλάδες. Τώρα τα ερείπιά της είναι ορατά στο δρόμο που συνδέει τα χωριά Άνω Σκοτούσα και Αγία Τριάδα του Δήμου Φαρσάλων. Με βάση τις τετραρχίες στις οποίες είχαν χωρίσει οι Θεσσαλοί την επικράτειά τους, η Σκοτούσσα ανήκε στην «Τετράδα Πελασγιώτιδα», πρωτεύουσα της οποίας ήταν η Λάρισα και άλλες μεγάλες πόλεις οι Φερές και η Κραννώνα.
Το όνομά της συνδέεται πιθανώς με το αρχαίο επίθετο « σκοτόεις – σκοτόεσσα – σκοτόεν», που σημαίνει μεν σκοτεινός, με την έννοια όμως, του ασαφούς, του απόκρυφου. Η ετυμολογία συσχετίζει την πόλη με το πλησίον αυτής (σε απόσταση δεκαπέντε σταδίων)  δενδρομαντείο του Φηγωναίου Διός (φηγός = δρυς, βελανιδιά), στο οποίο οι ιερείς έδιναν τους, ακατάληπτους συχνά, χρησμούς τους ερμηνεύοντας την κίνηση των φύλλων του ιερού δέντρου του Διός. Το ίδιο συνέβαινε και στο πανάρχαιο μαντείο του Δωδωναίου Διός, στη Δωδώνη της Ηπείρου.
Σύμφωνα με τα όσα ο Πλούταρχος μας παραδίδει ( Πλούταρχος, Θησεύς, 27), στους λόφους κοντά στη Σκοτούσσα και τις Κυνός Κεφαλάς υπήρχε ο τάφος των θρυλικών Αμαζόνων, που έχασαν εκεί τη ζωή τους διερχόμενες από την Αθήνα προς την πατρίδα τους.
Αν και η πόλη δεν έχει, ακόμη, εκτενώς ανασκαφεί, με βάση τα ορατά ερείπιά της, μπορεί κανείς να πει ότι περιβαλλόταν από τείχος μήκους περί τα τέσσερα (;) χιλιόμετρα, ενισχυμένο κατά τόπους από σαράντα τέσσερις (;) τετράγωνους και κυκλικούς πύργους, ενώ οι πύλες του ήταν πιθανώς πέντε. Διαθέτει ακρόπολη, χωριστά τειχισμένη, στάδιο και θέατρο.
Η Σκοτούσσα, την περίοδο της ακμής της, ήταν πλούσια, καθώς εκμεταλλευόταν τους εύφορους σιτοβολώνες της και έκανε μάλιστα εξαγωγή σιτηρών. Την οικονομική της ισχύ μαρτυρά το γεγονός ότι, περί το 480 π.Χ., είχε προχωρήσει σε κοπή νομίσματος ( αργυρό  ημίδραχμο και δραχμή ), που έφερε στον εμπροσθότυπο μορφή ίππου και στον οπισθότυπο έναν κόκκο σιταριού. Αυτή ήταν η αρχή μιας μακράς περιόδου πλούσιας, ανεξάρτητης νομισματοκοπικής δράσης, που φθάνει μέχρι το 200 π.Χ. Η θεματολογία των νομισμάτων της ακολουθεί αυτή του Κοινού των Θεσσαλών με συχνά στοιχεία τον ίππο, τον κόκκο σιταριού, τον Ηρακλή και τον Ποσειδώνα.
argurh_draxmh.jpg

ΑΡΓΥΡΗ ΔΡΑΧΜΗ ΤΗΣ ΣΚΟΤΟΥΣΣΑΣ ΚΟΠΗΣ ΤΟΥ 465 – 460 π.Χ
arguro_hmidraxmo.jpg
ΑΡΓΥΡΟ ΗΜΙΔΡΑΧΜΟ ΤΗΣ ΣΚΟΤΟΥΣΣΑΣ ΚΟΠΗΣ ΤΟΥ 400-367 π.Χ


Η πόλη υπήρξε διάσημη, όπως και η Φάρσαλος, για το ιππικό της.
Τη δραματικότερη στιγμή της την έζησε το 369 π.Χ. όταν, κατά τη διάρκεια της επίθεσης που εξαπέλυσε ο τύραννος των Φερών Αλέξανδρος - εκείνος που ο Ξενοφών αποκάλεσε «Ἄδικον ληστήν καί κατά γῆν και κατά θάλατταν» (Ελληνικά σ. 4,35), εναντίον όλων των Θεσσαλών ευπατρίδιδων για να υφαρπάξει την εξουσία - εισέβαλε στην πόλη, κατέσφαξε όλον τον ανδρικό πληθυσμό και τον πέταξε σε διπλανή χαράδρα.
Το 364 π.Χ., ο Θηβαίος στρατηγός Πελοπίδας, προσκεκλημένος από τους υπόλοιπους Θεσσαλούς, εισβάλει στη Θεσσαλία με ισχυρές δυνάμεις και συγκρούεται με το στρατό του Αλεξάνδρου των Φερών στη θέση Κυνός Κεφαλαί (στην περιοχή της Σκοτούσσας). Ο Βοιωτός υποχρέωσε τον Φεραίο σε πανωλεθρία, έχασε όμως στη μάχη τη ζωή του.
Στην ίδια θέση, δηλαδή στις Κυνός Κεφαλαί, το 197 π.Χ κατά το Β’ Μακεδονικό πόλεμο, ο Ρωμαίος στρατηγός Τίτος Κόιντος Φλαμίνιος νίκησε κατά κράτος το Φίλιππο Ε’ της Μακεδονίας. Νωρίτερα όμως, η Σκοτούσσα πρόλαβε να γνωρίσει μία νέα ακμή, υπό την προστασία του Φιλίππου Ε’, ο οποίος διέκρινε τη δυνατότητας της πόλης να τροφοδοτεί τα στρατεύματά του και τη μετέτρεψε σε στρατιωτικό του κέντρο. Ο Πλούταρχος αναφέρει την ύπαρξη ενός κτηρίου αποκαλούμενου «Πολυάνδριον», όπου ο Φίλιππος  Ε’ μίλησε στους στρατιώτες του πριν από τη μάχη με το Φλαμίνιο.
Το 191 π.Χ. και ενώ η πόλη φαινόταν να ξαναβρίσκει την ισχύ της, καταλαμβάνεται από τον Αντίοχο, ηγεμόνα της Συρίας, ο οποίος, σύμφωνα και πάλι με τον Πλούταρχο, ύψωσε τύμβο επάνω από τον ομαδικό τάφο των πεσόντων Μακεδόνων στη μάχη των Κυνός Κεφαλών.
Στα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ., το τέλος της πορείας μέσα στην ιστορία, αυτής της σημαντικής πόλης έχει, ήδη, γραφτεί καθώς ο Παυσανίας την αναφέρει ως ακατοίκητη.
Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι από τη Σκοτούσσα καταγόταν ο διάσημος αρχαίος αθλητής και ολυμπιονίκης,  Πολυδάμας ο Σκοτουσσαίος. Υπήρξε διάσημος, όχι μόνον για την ολυμπιακή του νίκη στο παγκράτιο[3] το 408 π.Χ., κατά την 93η Ολυμπιάδα, αλλά κυρίως για την εξωπραγματική του δύναμη, εφάμιλλη μόνον με αυτή του Ηρακλή. Κατά τον Παυσανία, ήταν ο πιο μεγαλόσωμος άνθρωπος που έζησε ποτέ (Παυσανίας, Ηλιακών Β 5.1 ). Στη σφαίρα του μύθου κινούνται οι θρυλούμενοι άθλοι του και ο θάνατός του ( Παυσανίας, Ηλιακών Β 5.8-9 ).

[3]            Το παγκράτιο θεωρούταν το κορυφαίο άθλημα της διοργάνωσης των ολυμπιακών αγώνων. Ήταν μικτό άθλημα πυγμαχίας και πάλης και ως εφευρέτης του φέρεται ο μυθικός ήρωας Θησέας.


ΣΤ 1. ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΕΡΕΤΡΙΑΣ
Και η περιοχή της Ερέτριας κρύβει στα σπλάχνα της μία μακραίωνη ιστορία, η αρχή της οποίας χάνεται στην αυγή της προϊστορίας του ελλαδικού χώρου.
Στη θέση Τσαγγλί – Μαγούλα, κοντά στο σημερινό χωριό, υψώνεται σε ένα χαμηλό λόφο (προϊόν επάλληλης κατοίκησης), οικισμός της Μέσης Νεολιθικής περιόδου (5600 – 5300 π.Χ.), η ανασκαφή του οποίου από τους Άγγλους αρχαιολόγους A.Wace και M. Thompson στις αρχές του περασμένου αιώνα (1907- 1910), μας προσέφερε σημαντικά αρχιτεκτονικά και κεραμεικά κατάλοιπα, που αποτέλεσαν τη βάση για τις μεταγενέστερες έρευνες, μελέτες και ερμηνείες ανάλογων  ευρημάτων της περιόδου, από άλλες θέσεις.

ΣΤ 2. ΑΡΧΑΙΑ ΕΡΕΤΡΙΑ

Η πόλη Ερέτρια των ιστορικών χρόνων ήταν θεμελιωμένη επάνω σε ένα μεγάλο πλάτωμα ενός λόφου, δυτικά του σύγχρονου χωριού, προς την κατεύθυνση του χωριού Παλαιόμυλος. Ο χώρος του οικισμού στο βορρά, σε μία λοξή επιφάνεια, εκτείνεται προς την ομαλή κοιλάδα του Παλαιόμυλου, ενώ αντίθετα στο νότο κόβεται απότομα σε ένα ψηλό γκρεμό. Ανήκε διοικητικά στην «Περιοικίδα Αχαΐα Φθιώτιδα», που υπαγόταν στην εξουσία της «Τετράδος Φθιώτιδος», με άλλα λόγια στην εξουσία της Φαρσάλου.
Το όνομα της πόλης συνδέεται ετυμολογικά με το ρήμα ερέσσω ή ερέττω που σημαίνει κωπηλατώ. Το αταίριαστο αυτό όνομα για μία ηπειρωτική πόλη βρίσκει την εξήγησή του στην υπόθεση ότι η πόλη είτε ιδρύθηκε, είτε δέχθηκε αποίκους  από την Ερέτρια της Εύβοιας, η οποία υπήρξε παραθαλάσσια. Πάντως μυθολογικά, ο ιδρυτής της πόλης ήταν ο Άδμητος, ο βασιλιάς των Φερών, στην υπηρεσία του οποίου εργάστηκε ο θεός Απόλλων. Σύμφωνα μάλιστα με επιγραφή που βρέθηκε στο χαμηλώτερο τμήμα της  πόλης, ο Απόλλων λατρευόταν σε αυτή.

Στην κορυφή του λόφου ήταν χτισμένη η ακρόπολη, χωριστά τειχισμένη, ως συνήθως, από την κάτω πόλη, που επίσης ήταν οχυρωμένη με τείχος. Το τείχος είναι χτισμένο με την έμπλεκτη τεχνική, το μέγιστο πλάτος του φθάνει τα 2,50 έως 3,00 μέτρα, ενώ το μέγιστο σωζόμενο ύψος του πάνω από 2,00 μέτρα. Διασώζεται, εν μέρει, σε επτά σειρές, ήταν ενισχυμένο με τέσσερις τουλάχιστον πύργους και έφερε, το λιγότερο, τρεις πύλες.
teixos_eretrias.jpg
ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΤΕΙΧΟΥΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΡΕΤΡΙΑΣ



Ζ. ΠΕΥΜΑ
topografikh_apotupwsh.jpg  
ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΠΟΤΥΠΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΡΕΤΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΕΥΜΑΤΟΣ
Στην ορεινή θέση, που είναι σήμερα γνωστή ως « Κάστρο Καλλιθέας », πλησίον του ομώνυμου σύγχρονου χωριού, ήταν χτισμένη η αρχαία πόλη της «Περιοικίδος Αχαΐας Φθιώτιδος», Πεύμα. Η πόλη έστεκε στη δίοδο από την κοιλάδα του Ενιπέα προς την πεδιάδα του Αλμυρού και δέσποζε στη χώρα με την ψηλή της κορυφή (617 μ.). Η βάση του βουνού της περιρρέεται σε τρεις πλευρές από τη βαθιά κοιλάδα του Ενιπέα.
Η ζωή της πόλης παρακολουθείται από τον 4ο αιώνα π.Χ., περίπου, έως τον 1ο αιώνα π.Χ. Πάντως η άνθησή της εντοπίζεται στον 3ο αιώνα π.Χ. έως και τον 1ο αιώνα π.Χ. Τότε ανήκε στο Κοινό (συνομοσπονδία) των πόλεων της Αχαΐας Φθιώτιδος, στο οποίο δεν ανήκε η αντίπαλη και ομόφυλή της πόλη, Μελίτεια. Στα πλαίσια της συνομοσπονδίας αυτής έκοψε νομίσματα που έφεραν το σήμα Αχ.
Η πόλη ήταν τειχισμένη και οχυρωμένη με πύργους. Το τείχος, μήκους περίπου 2,4 χιλιομέτρα, είναι χτισμένο με την έμπλεκτο τεχνική, έχει πλάτος που κυμαίνεται από 2,70 έως 2,85 μέτρα και το μέγιστο σωζόμενο ύψος του αγγίζει τα 2,10 μέτρα. Είναι ενισχυμένο με 36 πύργους, σύγχρονους με το υπόλοιπο τείχος, πλάτους 6,00 έως 6,60 μέτρα. Περιέκλειε δύο υψώματα, το δυτικό και το ανατολικό και έφερε και δύο καλά οχυρωμένες πύλες, δυτικά και  ανατολικά αντίστοιχα, που η δεύτερη ανοιγόταν προς την κοιλάδα του Ενιπέα.
Στο εσωτερικό της πόλεως, επάνω στο δυτικό ύψωμα, ορθωνόταν η ακρόπολη. Το κυκλικό τείχος της, που αγγίζει έκταση 300 μέτρων, είναι αρχαιότερο και λιγότερο ισχυρό από αυτό της υπολοίπου πόλεως, καθώς το πλάτος του δεν ξεπερνά τα 2,00 μέτρα. Φέρει δύο, νεώτερης κατασκευής, πύργους.
Το αρχαιότερο τμήμα της πόλης ήταν η ακρόπολη, ενώ φαίνεται πως η επέκταση της και στο

oxurwsh_peuma.jpg
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΟΧΥΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΠΟΛΗΣ “ΠΕΥΜΑ”

    akropolh_peuma.jpg     
ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ ΤΟΥ ΠΕΥΜΑΤΟΣ
ανατολικό ύψωμα πρέπει να έγινε στη στροφή από τον 4ο  στον 3ο αιώνα π.Χ. και τότε η πόλη  απέκτησε ένα ενιαίο σχέδιο. Η αγορά και τα δημόσια κτήρια χτίστηκαν δυτικά, ενώ τα ιδιωτικά οικήματα ανατολικά.
Οι αρχαιολογικές και ανασκαφικές έρευνες που εξελίσσονται στο χώρο από το 2004 έως σήμερα, από επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου της Alberta του Καναδά σε συνεργασία με τη ΙΕ’ Εφορεία Προϊστορικών Κλασικών Αρχαιοτήτων, έφεραν στο φως τμήμα της αρχαίας αγοράς, στοά με βωμό και ιδιωτικές οικίες. Η πόλη ήταν χτισμένη σύμφωνα με το ιπποδάμειο πολεοδομικό σύστημα.
Στις υπώρειες του βουνού, το 1964, ο Έλληνας αρχαιολόγος, Δ. Θεοχάρης, ανέσκαψε θολωτούς τάφους  της Εποχής του Σιδήρου ( 11ος αιώνας π.Χ. ).




Η. ΕΥΫΔΡΙΟΝ


Άλλη μία πόλη της “Τετράδος Φθιώτιδος”, δηλαδή υπό την εξουσία της Φαρσάλου, υπήρξε το Ευΰδριο. Πιθανώς ήταν χτισμένη κάπου ανάμεσα στα σύγχρονα χωριά Κρήνη και Υπέρεια (αν και υπάρχουν και άλλες θεωρίες επ’αυτού). Τα ιστορικά και αρχαιολογικά δεδομένα δεν είναι πλούσια. Πάντως, αναφέρεται ανάμεσα στις καμένες, από το Φίλιππο Ε’, περιοχές της κοιλάδας του Ενιπέα, μεταξύ Ειρεσιών και Ερέτριας, το 198 π.Χ.

Θ. ΠΑΛΑΙΦΑΡΣΑΛΟΣ


Υπήρξε η δυτικότερη πόλη της μυθικής περιοχής Ελλάς, η οποία εκτεινόταν από τις Φθιώτιδες Θήβες μέχρι την Παλαιφάρσαλο. Από το όνομα της πόλης της Παλαιφαρσάλου ο Ρωμαίος συγγραφέας, Λίβιος, ονόμασε μάχη της Φαρσάλου τη μάχη που έγινε το 48 π.Χ. εκεί, ανάμεσα στον Ιούλιο Καίσαρα και τον Πομπηίο. Η μάχη αυτή έγινε κάπου ανάμεσα στη Φάρσαλο και τον Ενιπέα, σε έναν τόπο που δεν μπορεί ακόμη να προσδιορισθεί χωρίς αμφισβητήσεις. Έχει κατά καιρούς τοποθετηθεί από την περιοχή του σύγχρονου χωριού Αμπελειά έως ανάμεσα στην Υπέρεια και την Κρήνη ή στο λόφο Χτούρι ( Πολυνέρι). Ανήκε στην «Τετράδα Φθιώτιδα» και καταστράφηκε και αυτή το 198 π.Χ. από το Φίλιππο Ε’ της Μακεδονίας. Η πόλη δεν κατοικείται στα βυζαντινά χρόνια.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Η σύντομη αυτή περιήγηση στα ιστορικά και αρχαιολογικά δεδομένα του Δήμου Φαρσάλων ολοκληρώνεται με την επισήμανση ότι αναφέρθηκαν εδώ, μόνον τα πιο σημαντικά ιστορικά στοιχεία και οι επαρκέστερα – φιλολογικά, ιστορικά και ανασκαφικά - ερευνημένες αρχαιολογικές θέσεις (για παράδειγμα λείπει η αναφορά στο αρχαίο «Θετίδειο» ή στην πόλη «Ελλάς», διότι οι θέσεις αυτές δεν έχουν ούτε με ακρίβεια καθορισθεί, αλλά, πολύ περισσότερο, επιβάλλουν εκτενέστερη, μη εδραιωμένη διαπραγμάτευση). Σε αυτές θα πρέπει να προστεθούν εκατοντάδες άλλες εντοπισμένες αρχαιολογικές θέσεις, που καλύπτουν όλο το χρονολογικό φάσμα της αρχαιότητας (αρκεί να αναφέρει κανείς ότι οι νεολιθικοί, μονάχα, οικισμοί – 7η έως 4η χιλιετία π.Χ. - ξεπερνούν σε αριθμό τους τριακόσιους) και οι οποίες δεν έχουν βρει ακόμη τη θέση τους στην έρευνα. Επιπλέον, υπάρχουν δύο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος σπήλαια, καθώς και μνημεία της μεταβυζαντινής και της νεώτερης περιόδου (ενδεικτικά αναφέρονται: ο Ι.Ν. Παναγίας Δεμερλιώτισσας, o Ι.Ν Υπαπαντής στο Θετίδειο, ο Ι.Ν. Αγίων Αναργύρων στη Ζωοδόχο Πηγή, η Αλβανική Μονή στην Ασπρόγεια κ.α.),  που συνολικά, καθιστούν την περιοχή των Φαρσάλων ως μία από τις πιο πλούσιες και αρχαιολογικά ενδιαφέρουσες περιοχές στην Ελλάδα


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Αθανασίου Μήτσος, Αναζητώντας την Φθία και την Ελλάδα, Αθήνα 2009
Βαϊρακλιώτης Λάκης, Τα Φάρσαλα στην Αρχαότητα (Προϊστορία –
           Μυθολογία –  Ιστορία), Φάρσαλα 1990
Bequignon Yves, Ẻtudẻs Thessaliẻnnes, BCH, 1932
Botsford & Robinson,  Αρχαία Ελληνική Ιστορία, Αθήνα 1995
Haagsma J. Margiet, Karapanou Sophia and Gouglas Sean,  Excavations of the
         Kastro at Kallithea, ΑΔ 2007, σελ. 5 - 14
Helly Bruno, Élẻments pour une histoire de la distribution des territories en
           Thessalie de l’ ẻpoque Nẻolithique à la fin de l’ Antiquité, Πρακτικά 1ου
           Διεθνούς Συνεδρίου Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Θεσσαλίας, Τόμος I,
           σελ. 194 – 205, Λάρισα 2006
Θεοχάρης Δ., Νεολιθικός Πολιτισμός, Αθήνα 1981
Καραπάνου Σ. – Κατακούτα Στ. , Φάρσαλα, Ιστορία και Αρχαιολογικά
          Δεδομένα, ΥΠΠΟ, ΙΕ’ ΕΠΚΑ ΛΑΡΙΣΑΣ
Καραπάνου Σ., Ελληνοκαναδική Αρχαιολογική Έρευνα στο “Κάστρο”
           Καλλιθέας Φαρσάλων, ΑΔ 2008, σελ. 6 - 9
Κατακούτα Στ. – Τουφεξής Γ. , Τα τείχη της Φαρσάλου, ΘΕΣΣΑΛΙΑ,
          Δεκαπέντε χρόνια αρχαιολογικής έρευνας 1975 – 1990, Αποτελέσματα  
                   και Προοπτικές, Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου της Λυών, 17 – 22
                   Απριλίου 1990, Τόμος Β’, σελ. 189 – 200, Αθήνα 1994
Κοκκορού – Αλευρά Γ., Η Τέχνη της Αρχαίας Ελλάδας, Αθήνα 1991
Νέα Δομή,  τόμος  3, σελ. 31
Οικονόμου Κ.Α., Η Λάρισα και η Θεσσαλική Ιστορία, Τόμος Β’, «Από τις απαρχές
της προϊστορίας, στην Τετραρχία και τη Ρωμαιοκρατία» (8000–197 π.Χ.), Λάρισα 2007
Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα, τόμος 6, σελ. 303
Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα, τόμος 59, σελ. 181
Πρακτικά Α' Συνεδρίου Φαρσαλινών Σπουδών, Λάρισα 1994
Stählin Friedrich, Η Αρχαία Θεσσαλία, Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Τρικάλων, Θεσσαλονίκη 2002
A. Wace – M. Thompson, Prehistoric Thessaly, 1912
www.farsala.gr / διαδικτυακές πύλες- δήμος Φαρσάλων- ιστορία
http://odysseus.culture.gr/ Ακρόπολη Φαρσάλων
http://odysseus.culture.gr/ Θολωτός Τάφος Φαρσάλων
http://www.polidamantas.gov.gr (Διαδικτυακές Πύλες – Δήμος Πολυδάμαντα-
           Ιστορία)