Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Xαιρετισμός του Πρωθυπουργού κ. Αντώνη Σαμαρά, σε εκδήλωση του Ιδρύματος Konrad Adenauer και του Ινστιτούτου Κωνσταντίνος Καραμανλής.


Ο Πρωθυπουργός κ. Αντώνης Σαμαράς απηύθυνε χαιρετισμό σήμερα σε εκδήλωση που διοργάνωσε, στο Μουσείο της Ακρόπολης, το Ίδρυμα Konrad Adenauer και το Ινστιτούτο Κωνσταντίνος Καραμανλής, για τα επίσημα εγκαίνια της Αντιπροσωπείας του Ιδρύματος στην Αθήνα. Ακολουθεί ο χαιρετισμός του Πρωθυπουργού: 
«Φίλες και φίλοι,
Χαιρετίζω, σήμερα όχι τα «εγκαίνια», αλλά την επιστροφή του Ιδρύματος Αντενάουερ στην Ελλάδα!
Το Ίδρυμα αυτό, έχει μεγάλη πολιτική και πνευματική παρουσία στην Ευρώπη και πέραν αυτής, σε 120 χώρες.
Στην Ελλάδα δραστηριοποιούνταν σε όλη τη δεκαετία του ’80 για να αποχωρήσει το 1993…

Τελευταία είχαμε τη σημαντική επίσκεψη της φίλης Καγκελαρίου Μέρκελ στην Ελλάδα. Σήμερα με χαρά εγκαινιάζουμε επίσημα την επιστροφή του Ιδρύματος Αντενάουερ στην Αθήνα.
Και έτσι αναβαπτίζεται και αναβαθμίζεται ένας σημαντικός πολιτικός διάλογος ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γερμανία, ένας διάλογος που επεκτείνεται πολύ πέρα από τα ζητήματα της επικαιρότητας και αγγίζει ζητήματα αρχών και αξιών. Ζητήματα δηλαδή απαραίτητα για να υπάρξει και σύγκλιση λαών και κρατών.
Πρόεδρος του Ιδρύματος Αντενάουερ είναι ο Χάνς Γκέρτ Πέτερινγκ, άνθρωπος που ενσαρκώνει τα ιδανικά της μεγάλης Ευρωπαϊκής μας παράταξης, όπως απέδειξε την προηγούμενη δεκαετία, που εγώ τουλάχιστον τον γνώρισα και είχα τη χαρά, ως Πρόεδρος της Ευρωβουλής, κι όπως μπορούμε να επιβεβαιώσουμε όσοι τότε υπηρετήσαμε μαζί του στο Ευρωκοινοβούλιο.
Θυμάμαι, έτσι πρόχειρα, δύο μεγάλες πρωτοβουλίες του που άφησαν εποχή:
– Την πρωτοβουλία του για το διάλογο των Πολιτισμών, και
–Την πρωτοβουλία του για τον Οίκο Ευρωπαϊκής Ιστορίας που θα ολοκληρωθεί σε λίγο. Ακριβώς πίσω από το Ευρωκοινοβούλιο, στο οποίο είχε την τιμή να μετέχει στο Διοικητικό Συμβούλιο και ο Διευθυντής, ο Πρόεδρος του Μουσείου της Ακρόπολης, ο καθηγητής κ. Δημήτρης Παντερμαλής.
Αυτή η μόνιμη συζήτηση που ξεκινά από την Πολιτική, καταλήγει στην Πολιτική, αλλά ξετυλίγεται στο χώρο των Ιδεών,
Αυτός ο μόνιμος διάλογος ανάμεσα στο Σήμερα και το Χθες, με τα μάτια πάντα στραμμένα στο αύριο,
Είναι η προτεραιότητα για το Ίδρυμα Αντενάουερ.
Αλλά και βρίσκεται μόνιμα στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων του Προέδρου του.
Καλωσορίζω, λοιπόν, την επιστροφή του Ιδρύματος. Και αποδέχθηκα με χαρά να μιλήσω, για ένα θέμα απόλυτα ταιριαστό με την περίσταση, αλλά και απόλυτα επίκαιρο – τόσο για τη σημερινή Ελλάδα όσο και για την Ευρώπη.
Σκέφθηκα να σας μιλήσω για δύο Γερμανούς πολιτικούς του περασμένου αιώνα, που έπαιξαν μεγάλο ρόλο – στην πατρίδα τους, αλλά και πέρα απ’ αυτήν – κι από την κληρονομιά των οποίων μπορούμε να αντλήσουμε διαχρονικά διδάγματα.
Ο ένας είναι, βέβαια, ο Κόνραντ Αντενάουερ, ο πρώτος Καγκελάριος της μεταπολεμικής Δυτικής Γερμανίας, από το 1949 ως το 1963.
Και ο δεύτερος είναι ο Γκούσταβ Στέεσσεμαν, ο οποίος επίσης διετέλεσε Καγκελάριος – για τρεισήμισι μήνες μόνο – τη σημαδιακή χρονιά του 1923, αλλά στη συνέχεια και μέχρι το θάνατό του, το 1929, διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας. Από τη θέση αυτή διέπρεψε ως θεμελιωτής της Ειρήνης και της σταθερότητας, επιτεύγματα για τα οποία επέτρεψαν στην Ευρώπη τότε στον κόσμο ολόκληρο να του δώσει μαζί με το Γάλλο ομόλογό του Αριστείδη Μπριάν το Νόμπελ Ειρήνης το 1926.
Κατά κάποιο τρόπο Στρέσσεμαν και ο Ανενάουρ έχουν πολλά κοινά σημεία, αν και υπάρχουν και μεταξύ τους σημαντικές διαφορές. Αλλά μαζί δημιούργησαν μια κοινή πολιτική κληρονομιά, που είναι κτήμα ολόκληρης της Ευρώπης.
Ένα πρώτο κοινό σημείο είναι ότι και οι δύο ανέλαβαν τις τύχες της χώρας τους μετά από μεγάλη ήττα και καταστροφή: Ο Στρέσσεμαν μετά την γερμανική ήττα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και ο Αντενάουερ μετά τη γερμανική ήττα στο δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Και οι δύο συνέβαλαν αποφασιστικά στο να σταθεροποιηθούν οι χώρες τους, που στην κάθε τέτοια περίοδο μαστίζονταν η Γερμανία από κοινωνική κατάρρευση και τελούσε υπό ξένη κατοχή.
Αλλά εδώ αρχίζουν οι διαφορές τους: Αν και οι δύο ήταν περίπου συνομήλικοι – ο Κόνραντ Αντενάουερ ήταν δύο χρόνια πιο μεγάλος από το Γουστάβο Στρέσσεμαν – ο Αντενάουερ μεσουράνησε τρείς με τέσσερις δεκαετίες μετά το δεύτερο!
Όταν ανέλαβε ο Στρέσσεμαν Καγγελάριος ήταν μόλις 45 ετών. Και κάθισε στην Καγκελαρία μόλις 102 μέρες.
Όταν ανέλαβε ο Κόνραντ Αντενάουερ ήταν ήδη 73 ετών! Και έμεινε στην Καγκελαρία για 14 ολόκληρα χρόνια…
Ο Γκούσταβ Στρέσσεμαν προσπάθησε να δημιουργήσει μια αρχιτεκτονική Ειρήνης και ασφάλειας στην Ευρώπη ώστε να ενσωματωθεί ξανά η χώρα του, η Γερμανία, ισότιμα στο Ευρωπαϊκή σκηνικό. Σχεδόν τα κατάφερε. Αλλά πέθανε πολύ νέος, μόλις 51 ετών.
Ο Κονραντ Αντενάουερ, προσπάθησε κι αυτός το ίδιο – να δημιουργηθεί μια αρχιτεκτονική Ειρήνης και Ασφάλειας στη διηρημένη Ευρώπη του Ψυχρού Πολέμου – κατάφερε να αναδείξει ξανά τη χώρα του από τα ερείπια σε μια οικονομική «ατμομηχανή» της Ευρώπης και πρόλαβε να δει το έργο του εδραιωμένο. Παράδωσε την εξουσία το 1963, παρέδωσε την αρχηγία του Κόμματός του, της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης, το Δεκέμβρη του 1966 και έκλεισε τα μάτια του, λίγους μήνες αργότερα, σε ηλικία 91 ετών, τον Απρίλιο του 1967.
Από πρώτη άποψη, αληθινά παράδοξο δύο συνομήλικοι πολιτικοί να μεσουρανήσουν σε δύο διαφορετικές φάσεις της Γερμανικής και της Ευρωπαϊκής Ιστορίας. Και με απόσταση μια γενιά ο ένας από τον άλλο…
Όταν ανέλαβε τα ηνία ο Στρέσσεμαν είχε νιάτα αλλά δεν είχε πείρα. Ενώ όταν ανέλαβε ο Αντενάουερ τα ηνία είχε πείρα, αλλά δεν είχε νιάτα. Και οι δύο όμως, άφησαν  τη σφραγίδα τους στις εξελίξεις.
Και οι δύο διακρίθηκαν για την αγάπη τους στην Πατρίδα τους, για τον Ευρωπαϊκό τους προσανατολισμό και για την προσήλωσή τους σε αστικές ιδέες και αρχές.
Ο Στρέσσεμαν, από πολύ νωρίς έδειξε ένα μίγμα πατριώτη, φιλελεύθερου πολιτικού και οπαδού του κοινωνικού κράτους. Πολλοί σήμερα κάνουν το λάθος να πιστεύουν ότι αυτά τα τρία προτάγματα είναι αντίθετα και αμοιβαία αποκλειόμενα. Ο Στρέσσεμαν απέδειξε ότι είναι απολύτως συμβατά μεταξύ τους. Μπορεί κανείς να είναι και Πατριώτης για τη χώρα του, και Ευρωπαίος και Φιλελεύθερος! Και ο ίδιος πέτυχε, ακριβώς επειδή  εκπροσωπούσε αυτό το μοναδικό μίγμα. Κι όταν έφυγε από τη ζωή, το 1929, η απουσία του ίδιου και των ιδεών που εκπροσωπούσε έγινε πολύ σύντομα και πολύ οδυνηρά αισθητή. Και στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Ο Γουστάβος Στρέσσεμαν δεν δίστασε να καταγγείλει απερίφραστα τη Συνθήκη των Βερσαλλιών του 1919, δηλαδή τη Συνθήκη Συνθηκολόγησης της Αυτοκρατορικής Γερμανίας, ως διάλυση και ως καθυπόταξη της πατρίδας του. Τότε κατηγορήθηκε ως «εθνικιστής» και «λαϊκιστής».
Με αντίστοιχα επιχειρήματα, μια άλλη μεγάλη προσωπικότητα της εποχής είχε επίσης καταγγείλει τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, Βρετανός αυτή τη φορά, ο Τζόν Μεύναρντ Κέϋνς. Ο οποίος, σε μια από τις πρώτες μονογραφίες του, είχε αποδείξει ότι το χρέος που επιβλήθηκε τότε στην ηττημένη Γερμανία, όχι μόνο ήταν παράλογα υψηλό, όχι μόνο ήταν υπερβολικά «τιμωρητικό», αλλά λειτουργούσε διαλυτικά για την ίδια τη Γερμανία και αποσταθεροποιητικά για την Ευρώπη.
Αν έτσι ένιωθε ο Κέϋνς που πήγε ως επίσημος εκπρόσωπος της Βρετανίας στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης και έφυγε μετά από λίγο απογοητευμένος, φανταστείτε πως ένιωθε την ίδια περίοδο ένας νέος Γερμανός πολιτικός, όπως ο Γουσταύος Στρέσσεμαν.
Λίγο αργότερα, όταν η Γερμανία δεν μπορούσε να εκπληρώσει τους όρους που της τέθηκαν, η Γαλλία αποφάσισε να την τιμωρήσει καταλαμβάνοντας τη Ρηνανία. Οι Γερμανοί κήρυξαν αντίσταση, ενώ η Γερμανική κοινωνία διαλυόταν από ένα χωρίς προηγούμενο υπερπληθωρισμό, καθώς οι γερμανικές αρχές τύπωναν συνέχεια νέο χρήμα για να πληρώσουν τις τρέχουσες ανάγκες τους, καθώς η εξυπηρέτησε του τεράστιου χρέους εξαντλούσε τη χώρα τους.
Στις δύσκολες εκείνες ώρες, ο Στρέσσεμαν ανέλαβε την Καγκελαρία, σταθεροποίησε την κατάσταση, σταθεροποίησε το νόμισμα, διακήρυξε την πρόθεση της χώρας του να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις της και να τηρήσει τις δεσμεύσεις της, ενώ απέσπασε ως «αντάλλαγμα» από τον πρώην μεγάλο εχθρό της, τις ΗΠΑ, το Σχέδιο Davis για την άνετη χρηματοδότηση της Γερμανίας και το σταδιακό περιορισμό του δυσθεώρητου χρέους της.
Η πολιτική αυτή είχε θεαματικά αποτελέσματα: Μετά από ένα τρίμηνο, η εύθραυστη κυβέρνηση Συνασπισμού της οποίας ηγείτο ο Στρέσσεμαν διαλύθηκε, αλλά σχηματίστηκε άλλος κυβερνητικός συνασπισμός με τον ίδιο ως υπουργό Εξωτερικών. Κι από τη νέα του θέση αφιερώθηκε στο να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της Γερμανίας και την επαναφορά της στο διεθνές προσκήνιο με όρους ισοτιμίας. Πράγμα που κατάφερε δύο χρόνια αργότερα με τη Συνθήκη του Λοκάρνο, για την οποία την επόμενη χρονιά βραβεύθηκε, μαζί με τον Γάλλο Αριστείδη Μπριάν, με το βραβείο Νόμπελ για την Ειρήνη. Η συμφιλίωση Γερμανίας-Γαλλίας είχε επιτευχθεί, η Γερμανία με την αμερικανική βοήθεια ανοικοδομούνταν με ταχύτατους ρυθμούς και η χώρα πλήρωνε κανονικά τις υποχρεώσεις της, ενώ είχε γίνει πλήρως δεκτή ως μέλος της «Κοινωνίας των Εθνών».
Το δυστύχημα ήταν ότι ο Στρέσσεμαν πέθανε νεότατος, τον Οκτώβριο του 1929, λίγες μέρες μόνο πριν το μεγάλο «κραχ», που σηματοδότησε την κατάρρευση των ΗΠΑ σε μακροχρόνια ύφεση, παρασύροντας και όλο τον υπόλοιπο κόσμο, οδηγώντας στην κατάρρευση της δημοκρατίας της Βαϊμάρης στη Γερμανία, στην άνοδο του Χίτλερ και στον εφιάλτη του  Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο Στρέσσεμαν, με τη μοναδική αίσθηση ρεαλισμού που διέθετε, κατάφερε μέσα σε λίγα χρόνια να αφήσει τη διαλυμένη χώρα που παρέλαβε πολύ ισχυρή οικονομικά, τη θέση της πολύ ισχυρή στην Ευρώπη, αλλά δεν πρόλαβε να θεμελιώσει και τη δημοκρατία μέσα στη Γερμανία, ούτε μπορούσε άλλωστε να προβλέψει τη μεγάλη παγκόσμια κρίση που ξέσπασε λίγες μέρες μετά το θάνατό του και που διέλυσε τα πάντα…

Την ίδια εποχή που μεσουρανούσε ο Στρέσσεμαν, ο Κόνραντ Αντενάουερ ήταν ένα απλός δήμαρχος στην πόλη της Κολωνίας, κεντρώος στην  πολιτική του τοποθέτηση, με έντονη αντιπάθεια προς το λαϊκισμό της Αριστεράς, αλλά και με προσήλωση στο κοινωνικό κράτος.
Επί Χιτλερικής κυριαρχίας στη Γερμανία, υπέστη κατά καιρούς διώξεις, κάποια στιγμή μάλιστα ένα παλαιός υπάλληλός του και παλαιός Κομμουνιστής, του έσωσε τη ζωή!
Το 1945 ήταν ήδη μεγάλος στην ηλικία, κοντά στα 70, όταν η ηττημένη Γερμανία διαμελίστηκε σε ζώνες επιρροής των συμμάχων και οι Αμερικανοί τον τοποθέτησαν προσωρινό δήμαρχο Κολωνίας. Λίγο αργότερα, όμως, οι Βρετανοί τον έπαψαν, γιατί σε δηλώσεις του αποδοκίμασε την κατοχή της Γερμανίας.
Από τότε, ο Αντενάουερ δεν σταμάτησε να προσπαθεί τις δύο μεγάλες υπερβάσεις, που ήταν πια για εκείνον όνειρο ζωής: Να ενώσει σε ενιαίο αστικό κόμμα τους Καθολικούς με τους Διαμαρτυρόμενους της Γερμανίας και να ενώσει στο ίδιο Κόμμα τις αρχές της Οικονομίας της αγοράς με τις αρχές του κοινωνικού κράτους.
Το 1949, μετά τις πρώτες εκλογές που έγιναν στη μεταπολεμική δυτική Γερμανία, υπό συνθήκες, βέβαια, τριπλής κατοχής Αμερικανών, Γάλλων και Βρετανών, ο Αντενάουερ ανέλαβε την Καγκελαρία ως ο αρχηγός του πλειοψηφήσαντος Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, με τη στήριξη και των Φιλελεύθερων Δημοκρατών. Αρχικά όλοι τον θεωρούσαν «προσωρινή λύση», γιατί ήταν ο πρεσβύτερος. Das Alte, όπως τον έλεγαν τότε οι συμπατριώτες του…
Ο «πρεσβύτερος», όμως, αποδείχθηκε διόλου προσωρινός! Κέρδισε τις τρεις επόμενες εκλογές, το 1953, το 1957 και το 1961, με διευρυμένες πλειοψηφίες μάλιστα, και κυριάρχησε στη Γερμανική Πολιτική σκηνή, αλλά και στις ευρωπαϊκές εξελίξεις επί μιάμιση δεκαετία!
Η κορυφαία στιγμή στη σταδιοδρομία του ως Καγκελάριου – και η πιο δραματική, ίσως – υπήρξε το 1952, όταν ο Στάλιν παρουσίασε το «σημείωμα Ειρήνης», το περιβόητο Peace Note: μια πρόταση να ενωθεί η Γερμανία σε ένα ουδέτερο κράτος, έξω από συνασπισμούς και με τέτοια εσωτερική πολιτειακή διάρθρωση που θα διαιώνιζε την κυριαρχία των  Αμερικανών και των Σοβιετικών στο έδαφός της.
Ο Αντενάουερ έσπευσε να καταγγείλει αυτό το «έκτρωμα». Διευκρίνισε απερίφραστα ότι δεν τον ενδιέφερε να ενωθεί η χώρα του υπό διπλή κηδεμονία. Και ότι θα προτιμούσε να παραμείνει η Γερμανία διαιρεμένη, με το δυτικό τμήμα να πρωταγωνιστεί στη Δυτική Ευρώπη, περιμένοντας  τη διάλυση του Σοβιετικού Συνασπισμού, για να ενωθεί στο μέλλον με το ανατολικό της τμήμα.
Κι ότι η ενότητα έπρεπε να έλθει ως απελευθέρωση της ανατολικής Γερμανίας, όχι ως υποταγή και της δυτικής Γερμανίας!
Όλα αυτά τότε ακούγονταν ίσως «ακραία» τότε…
26 χρόνια αργότερα αποδείχθηκαν, όμως, προφητικά…
Το 1953 ο Αντενάουερ βρήκε απέναντί του ακόμα και τον Ουϊνστον Τσόρτσιλ, ο οποίος είχε στο μεταξύ επανέλθει στη Βρετανική Πρωθυπουργία. Αλλά ο Καγκελάριος της κατεχόμενης Γερμανίας Αντενάουερ, επέμεινε και επέβαλε την άποψή του στους συμμάχους, σε πείσμα του Πρωθυπουργού της νικήτριας Βρετανίας, Τσόρτσιλ!
Τελικά ο Ψυχροπολεμικός διαχωρισμός της Ευρώπης οριστικοποιήθηκε εκείνη την εποχή, με μια Δυτική Γερμανία που άρχισε να ανακάμπτει με ταχύτατους ρυθμούς και να πρωταγωνιστεί πλέον, μαζί με τη Γαλλία, στην δημιουργία της Ενωμένης Ευρώπης.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κόνραντ Αντενάουερ, ο πολιτικός που στην εποχή του χαρακτηρίστηκε «ψυχροπολεμικός» και «αθεράπευτος ατλαντιστής», σήμερα μαζί με τον Ρομπέρ Σουμάν και των Πωλ-Ανρί Σπάα, θεωρούνται οι τρείς «πατέρες» της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πέρα από τις διαφορετικές διαδρομές τους, τι εντυπωσιακά κοινό έχουν οι δύο αυτοί γερμανοί ηγέτες; Και τι ακριβώς τους κάνει επίκαιρους στην εποχή μας;
n  Και οι δύο καταδίκασαν και αποδοκίμασαν τους όρους που επιβλήθηκαν στις χώρες τους μετά από δύο αντίστοιχες πολεμικές ήττες.
n  Και οι δύο ανέλαβαν τις τύχες των χωρών τους μέσα σε συνθήκες εσωτερικής κατάρρευσης και εξωτερικής απομόνωσης.
n  Και οι δύο θεωρούνταν «προσωρινοί ηγέτες, μιας χρήσεως». Αποδείχθηκε ότι και οι δύο άφησαν βαρύ προσωπικό αποτύπωμα στην Ιστορία…
n  Και οι δύο έθεσαν ως προτεραιότητα να αναστυλώσουν την αξιοπιστία των χωρών τους στο εξωτερικό και να αποκαταστήσουν την κοινωνική συνοχή στο εσωτερικό.
n  Και είχαν το ρεαλισμό να αποδεχθούν εκείνα που δεν τους άρεσαν, αλλά για να τα αλλάξουν στη συνέχεια! Κι οι δύο είχαν και την υπομονή, την επιμονή και την πολιτική ικανότητα να εξαργυρώσουν αυτή την «αποδοχή», αλλάζοντας τις συνθήκες που είχαν επιβληθεί στις χώρες τους, εξασφαλίζοντας ομαλή χρηματοδότηση στις οικονομίες τους, απελευθερώνοντας τις δυνάμεις του ανταγωνισμού και της αγοράς, αλλά και ξαναστήνοντας το κοινωνικό κράτος.
n  Και οι δύο είδαν την ηττημένη χώρα τους σύντομα να ξανά-στέκεται στα πόδια της και να πρωταγωνιστεί στις εξελίξεις.
n  Στο μεταξύ, όμως, και οι δύο κατηγορήθηκαν και στο εσωτερικό των χωρών τους και στο εξωτερικό:
Στο εσωτερικό κατηγορήθηκαν ότι είχαν αποδεχθεί τους όρους των «ξένων δυναστών». Αποδείχθηκε ότι τους είχαν αποδεχθεί, για να αλλάξουν την προοπτική των χωρών τους, όχι για να υποθηκεύσουν το μέλλον τους. Και το πέτυχαν.
Στο εξωτερικό κατηγορήθηκαν ότι έβαζαν το συμφέρον των χωρών τους πάνω απ’ όλα. Αποδείχθηκε ότι ενώ αυτό έκαναν, ταυτόχρονα έθεταν τα θεμέλια για την πανευρωπαϊκή σταθερότητα και συνεργασία. Απλώς ο Στρέσσεμαν δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει. Ενώ ο Αντενάουερ πρόλαβε.
Στη Γερμανία τον Γκούσταβ Στρέσσεμαν δεν τον θυμούνται πολλοί. Κι όμως θα ’πρεπε…
Αντίθετα, τον Αντενάουερ τον θυμούνται όλοι, αλλά περισσότερο ως πολιτικό ηγέτη, παρά ως ευρωπαϊκό σύμβολο.
Και οι δύο, ωστόσο, κατάφεραν μοναδικά επιτεύγματα. Και στη χώρα τους και στην Ευρώπη. Και μάλιστα μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες.
Κι αυτό είναι κάτι που εμείς οι Έλληνες και το μελετούμε και το εκτιμούμε.
Υπάρχουν κι άλλοι τέτοιοι ηγέτες στην Ιστορία, από άλλες χώρες:
–Όπως ο Φραγκλίνος Ρούσβελτ στις ΗΠΑ που ανέλαβε τη χώρα του το 1932, όταν κατέρρεαν τα πάντα στη δίνη της Μεγάλης Κρίσης.
–Όπως ο Ουίστον Τσόρτσιλ στη Βρετανία, που ανέλαβε τη χώρα του το 1940, όταν έχανε σε όλα τα μέτωπα από τη Χιτλερική Γερμανία.
–Όπως ο Κάρολος Ντε Γκώλ στη Γαλλία, που ανέλαβε τη χώρα του μετά την καταστροφική Κρίση της Αλγερίας και την κατάρρευση της Τέταρτης Γαλλικής Δημοκρατίας.
– Και βέβαια, όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, που παρέλαβε το 1974 την Ελλάδα μετά από εθνική καταστροφή και με εσωτερική κρίση, και πολύ σύντομα εδραίωσε τη δημοκρατία και έβαλε τη χώρα μας στην Ευρώπη.
Ως άνθρωποι όλοι αυτοί ήταν πολύ διαφορετικοί.
Και ως πολιτικοί! Αφού βρίσκονταν σε διαφορετικά σημεία του πολιτικού φάσματος.
Όλοι τους, όμως, είχαν αυτά τα κοινά χαρακτηριστικά με τον Γκούσταβ Στρέσσεμαν και τον Κόνραντ Αντενάουερ: Όλοι τους αγαπούσαν τη χώρα τους, όλοι τους είχαν όραμα για τη θέση της στον κόσμο, όλοι τους έδιναν προτεραιότητα στην εξωτερική αξιοπιστία της και στην εσωτερική κοινωνική συνοχή, στις πιο διαφορετικές πολιτικές συνθήκες: σε Ειρήνη, σε Πόλεμο και σε περίοδο Ψυχρού Πολέμου.
Όλοι τους ξανά έστησαν τις χώρες τους στα πόδια τους, όταν πολλοί γύρω τους τις είχαν «ξεγραμμένες»…
Φίλες και φίλοι,
Κατά καιρούς υποστηρίζουν κάποιοι – κι αυτό λέγεται ήδη από την Ρωμαϊκή εποχή ακόμα, από την εποχή του Τάκιτου – ότι εμείς οι Έλληνες παράγουμε τόσο πολλή Ιστορία οι ίδιοι, που αδιαφορούμε για την Ιστορία των άλλων  λαών.
Σήμερα προσπάθησα να διαψεύσω αυτόν τον ισχυρισμό.
Ναι, είμαστε πολύ υπερήφανοι για την Ιστορία μας, αλλά μαθαίνουμε κι από την Ιστορία των άλλων.
Ιδιαίτερα από ηγέτες που παρέλαβαν ερείπια κι έδωσαν ξανά αυτοπεποίθηση, υπερηφάνεια και δύναμη στις χώρες τους.
Όπως ο Γκούσταβ Στρέσσεμαν και ο Κόνραντ Αντενάουερ για τους οποίους σας μίλησα απόψε….
Και πάλι, κύριε Pöttering, καλώς ήρθατε στην Ελλάδα και ευχαριστούμε πολύ για την παρουσία σας».