Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

Η νίκη της ΝΔ δεν φέρνει λύσεις ούτε για την Ελλάδα ούτε για την Ευρώπη


Τη νύχτα της Κυριακής η Ευρώπη αναστέναξε με ανακούφιση. Η Νέα Δημοκρατία, που έχει δεσμευτεί στους όρους του ευρωπαϊκού προγράμματος της Αθήνας, συγκέντρωσε περί το 30% των ψήφων αφήνοντας πίσω της τον αντιμνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ με 3 ποσοστιαίες μονάδες διαφορά. Ο νέος πρωθυπουργός της Ελλάδας θα είναι ο Αντώνης Σαμαράς.
Έτσι τα ΑΤΜ της Αθήνας δεν στέγνωσαν από μετρητά, δεν θα δούμε μια αιφνιδιαστική εισαγωγή της δραχμής και η Ελλάδα θα προσπαθήσει να πείσει τον εαυτό της ότι θα παραμείνει στην Ευρωζώνη. Το ευρώ θα ζήσει για ένα ακόμη διάστημα.
Ο Αντώνης Σαμαράς θα προσπαθήσει να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού με την  υποστήριξη του ΠΑΣΟΚ, ενδεχομένως και της ΔΗΜΑΡ. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι η αξιωματική  αντιπολίτευση. Σε κάθε περίπτωση η συγκατοίκηση ΝΔ και ΠΑΣΟΚ δεν θα είναι εύκολη – καθώς τα δύο αυτά κυβερνητικά κόμματα συγκρούονταν μεταξύ τους για 40 χρόνια. Παρά ταύτα, τόσο η ΝΔ όσο και το ΠΑΣΟΚ ισχυρίζονται ότι είναι υπέρ του ευρώ κι έχουν δεσμευθεί στην εφαρμογή του προγράμματος λιτότητας της Ελλάδας, άρα οι Ευρωπαίοι ηγέτες και ο υπόλοιπος κόσμος μπορούν να ξεκουραστούν για λίγο.
Η ευφορία των αγορών κράτησε ελάχιστες ώρες, ίσως γιατί η πρόκριση των μνημονιακών δυνάμεων στην Ελλάδα δεν λύνει τα μείζονα προβλήματα. Η Νέα Δημοκρατία είναι το κόμμα που σχεδόν διπλασίασε τις δημόσιες δαπάνες κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής της από το 2004 ως το 2009 και άρα έχει την κύρια ευθύνη για την χρεοκοπία της χώρας. Και το ΠΑΣΟΚ είναι το κόμμα που κυβέρνησε την Ελλάδα από το 2009 ως το 2011, όπου η ελληνική οικονομία κατέρρευσε, πολλές δεσμεύσεις του ευρωπαϊκού προγράμματος της Ελλάδας παραβιάστηκαν και οι Γερμανοί και οι Γάλλοι έχασαν την υπομονή τους με την Αθήνα και εξέπεμψαν ισχυρές προειδοποιήσεις ότι αν δεν συμμορφωθεί με τους όρους του προγράμματος της τρόικας των δανειστών – ΕΕ, ΔΝΤ, ΕΚΤ – οι μέρες της στο ευρώ είναι μετρημένες. Σε όλα πρέπει να προστεθεί το ότι η Ελλάδα δεν έχει παράδοση κυβερνήσεων συνασπισμού. ΠΑΣΟΚ και ΝΔ μπορούν να σχηματίσουν κυβέρνηση αλλά κανείς δεν μπορεί να ξέρει πόσο αυτή θα κρατήσει.
Ο Αντώνης Σαμαράς εν τω μεταξύ, αν και δεν έθεσε στο πρώτο, μετά την εκλογική νίκη, μήνυμά του το ζήτημα της επαναδιαπραγμάτευσης της ελληνικής συμφωνίας που είχε υποσχεθεί κατά την προεκλογική περίοδο, είναι σίγουρο ότι θα το θέσει μέσα στις επόμενες μέρες. Από την άποψη αυτή, σε ό,τι αφορά τους Ευρωπαίους ΠΑΣΟΚ και ΝΔ δεν διαφέρουν και τόσο πολύ από το ΣΥΡΙΖΑ. Σε τελική ανάλυση η απογοήτευση της τρόικας των δανειστών από την Ελλάδα έχει να κάνει ακριβώς με το έλλειμμα αξιοπιστίας που προκύπτει από την τεράστια απόσταση ανάμεσα στις δεσμεύσεις και τα αποτελέσματα και σε ό,τι αφορά τη λιτότητα και σε ό,τι αφορά τις μακροπρόθεσμες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Όλα αυτά σημαίνουν πως πριν η Ευρώπη πανηγυρίσει την εκλογική νίκη των φιλομνημονιακών πολιτικών δυνάμεων στην Ελλάδα, πρέπει να συνειδητοποιήσει πως η Ελλάδα έχει ακόμη πάρα πολύ δρόμο μπροστά της. Είναι αλήθεια ότι υπήρξαν μεγάλες βελτιώσεις στη δημοσιονομική θέση της χώρας, όμως η Αθήνα εξακολουθεί να είναι αποκλεισμένη από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές, η ύφεση της ελληνικής οικονομίας φτάνει συνολικά στο 20% και οι πιστωτές θέλουν να δουν πολύ περισσότερες μεταρρυθμίσεις από αυτές που έχουν γίνει.
Η Ευρωζώνη ωστόσο έχει ακόμη περισσότερο δρόμο από την Αθήνα. Οι ελληνικές εκλογές μπορεί να περιόρισαν τις πιθανότητες μιας ελληνικής εξόδου εδώ και τώρα, όμως απλά συγκάλυψαν τα ρήγματα του ευρωπαϊκού σχεδίου που έχουν εμφανιστεί τα τελευταία δύο χρόνια. Η διαμάχη ανάμεσα στους πιστωτές του ευρωπαϊκού Βορρά – που μέχρι πριν από δύο χρόνια παρείχαν γενναιόδωρο δανεισμό – και τους δανειολήπτες του ευρωπαϊκού Νότου – που επένδυσαν ανοήτως τα δάνεια που έπαιρναν σε φούσκες – θα συνεχιστεί. Με αφετηρία την κρίση των αμερικανικών στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης, τα επίπεδα οικονομικής δραστηριότητας στην Ευρώπη έχουν μειωθεί πολύ σε σχέση με ό,τι προεξοφλούνταν προ 5ετίας, κι αυτό καθιστά πάρα πολύ δύσκολη την αποπληρωμή των πιστωτών από τους δανειολήπτες. Ό,τι κι αν πιστεύει κανείς για τις συμπεριφορές των Ελλήνων την τελευταία 10ετία, η Ελλάδα δεν είναι η μόνη χώρα που έχει πρόβλημα πρόσβασης στις κεφαλαιαγορές.
Πριν την εισαγωγή του ευρώ ξέρουμε τι θα συνέβαινε σε μια τέτοια περίπτωση. Οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου θα προχωρούσαν σε νομισματική υποτίμηση έναντι των ανταγωνιστών τους του Βορρά. Έτσι για παράδειγμα η αξία του χρέους του ισπανικού δημόσιου θα μειώνονταν σε όρους γερμανικού μάρκου και η Ισπανία θα μπορούσε να κάνει ένα χρεοστάσιο βελτιώνοντας παράλληλα δραστικά την ανταγωνιστικότητα της.
Η ζωή στο ευρώ δεν είναι όμως τόσο εύκολη. Κανείς μέχρι στιγμής δεν έχει δώσει μια πειστική απάντηση για την αντιμετώπιση του υπερβολικού χρέους ή της έλλειψης ανταγωνιστικότητας του ευρωπαϊκού Νότου. Από τη στιγμή που τα κράτη δεν μπορούν να υποτιμήσουν το νόμισμά τους, τι τύπος προσαρμογής χρειάζεται; Η λιτότητα δεν έχει αποτελέσματα, κανείς δεν θέλει ένα κύμα χρεοστασίων και βεβαίως οι Γερμανοί αρνούνται κατηγορηματικά τις δημοσιονομικές μεταβιβάσεις.
Στο τέλος Ιουνίου οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα συναντηθούν στις Βρυξέλλες για να συζητήσουν τα επόμενα βήματα σε σχέση με τη διακυβέρνηση της Ευρωζώνης. Η Γαλλία ζητά πρωτίστως μια τραπεζική ένωση με το επιχείρημα ότι δίχως αυτήν τα προβλήματα της Ισπανίας – αλλά και οι γενικότερες επιπτώσεις της μόλυνσης στις τράπεζες της Ευρωζώνης – θα συνεχίσουν να επιδεινώνονται. Η Γερμανία, όμως, επιμένει πως από τη στιγμή που μια τραπεζική ένωση είναι το πρώτο βήμα προς μια δημοσιονομική ένωση, δεν μπορεί να γίνει δίχως η Ευρωζώνη να έχει δημιουργήσει κάποιο τύπο πολιτικής ένωσης.
Ως προς αυτό το σημείο η λογική μάλλον είναι στην πλευρά των Γερμανών. Όμως δεν είναι ο χρόνος. Ακόμα και με την άφθονη παροχή φτηνής ρευστότητας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την ευρωπαϊκή διάσωση των ισπανικών τραπεζών, η μαζική απόσυρση καταθέσεων και η φυγή των επενδυτών από τις αγορές ομολόγων οι οποίες έχουν υπονομεύσει την ακεραιότητα του ευρώ, σύντομα θα επιταχυνθεί. Τα αποτελέσματα των ελληνικών εκλογών βοηθούν προσωρινά αλλά δεν αντιπροσωπεύουν και καμιά ουσιαστική αλλαγή κατεύθυνσης.
Τα καλά νέα είναι πως δεν θα βγει τώρα η Ελλάδα από το ευρώ. Δηλαδή η δομική ακεραιότητα της Ευρωζώνης επί του παρόντος παραμένει. Ο φόβος της διάρρηξης θα υποχωρήσει και το ξεπούλημα των περιφερειακών κρατικών ομολόγων ενδέχεται και να μπορεί να αντιστραφεί.
Αλλά τα περισσότερα μεγάλα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Μπορεί μια νομισματική ένωση να επιβιώσει δίχως μια δημοσιονομική και πολιτική ένωση; Μάλλον όχι. Μπορούν τα κράτη του ευρωπαϊκού Νότου να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους; Ναι, αλλά με πολύ αργούς ρυθμούς. Στο μεσοδιάστημα χρειάζονται τη βοήθεια των Γερμανών φορολογουμένων; Ναι, αλλά το Βερολίνο το αρνείται κατηγορηματικά.
Όμως υπάρχει κι ένα ακόμη ερώτημα. Η νέα ελληνική κυβέρνηση συνασπισμού με επικεφαλής τη ΝΔ θα μπορέσει να διαχειριστεί την πικρή συνταγή της ευρωπαϊκής τρόικας; Η μέχρι στιγμής πορεία δείχνει άλλα. Θα λέγαμε ότι η εκλογική νίκη του Αντώνη Σαμαρά δεν εξασφαλίζει σε τίποτα στην Ευρώπη.