Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Οι κάλπες της οργής


Προκηρύχθηκαν λοιπόν οι εθνικές εκλογές για τις 6 Μαΐου. Τα σενάρια περί σκοτεινών κέντρων που θα τις απέτρεπαν μάλλον καταρρίφθηκαν (αν και οι πιο συνωμοσιολόγοι ανάμεσά μας θα πουν ότι τρεις εβδομάδες είναι πολύς καιρός στην πολιτική). Ήρθε η ώρα για τον καθένα από εμάς να σταθμίσει την πολιτική κατάσταση και να πάρει την απόφασή του.
Ο πειρασμός για πολύ κόσμο θα είναι να ψηφίσει με αποκλειστικό γνώμονα τα πεπραγμένα των τελευταίων δυόμισι χρόνων. Το ένα εκατομμύριο των απολυμένων, οι εκατοντάδες χιλιάδες που έχουν υποστεί περικοπές ή που μένουν για μήνες απλήρωτοι είναι λογικό να εξεγείρονται απέναντι στην άμεση πηγή των βασάνων τους –τα μνημόνια– και να μην αναζητούν τα βαθύτερα αίτια. Λογικό, αλλά εν δυνάμει ολέθριο για τη χώρα.
Προδομένοι πελάτες
Η δημοσκοπική βουτιά στην άβυσσο του ΠΑΣΟΚ, που δύσκολα θα φτάσει το μισό ποσοστό από αυτό που είχε λάβει το 2009, οφείλεται στα σκληρά μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση Παπανδρέου στο πλαίσιο του πρώτου μνημονίου και στη συνέχεια στη στήριξη και συμμετοχή στην κυβέρνηση Παπαδήμου, που προώθησε τα ακόμη επαχθέστερα μέτρα του δεύτερου μνημονίου. Η σημαντική υποχώρηση της ΝΔ από τα δημοσκοπικά υψηλά του περασμένου φθινοπώρου (31%-32%) στα σημερινά ξεκινά από τη μνημονιακή στροφή του Αντώνη Σαμαρά τον περασμένο Νοέμβριο και επιταχύνεται τις τελευταίες εβδομάδες, με την ψήφιση των μέτρων του δεύτερου μνημονίου στη Βουλή και τη σύσταση του κόμματος των Ανεξάρτητων Ελλήνων.
Υπενθυμίζεται ότι το 2009 ο Γιώργος Παπανδρέου, με το σύνθημα «Λεφτά υπάρχουν», έλαβε σχεδόν το 44% των ψήφων. Ο Κώστας Καραμανλής, που αποφάσισε, έστω την ύστατη στιγμή, να προτείνει σφιχτή εισοδηματική πολιτική, έπειτα από πέντε χρόνιας ράθυμης μη προσαρμογής, έλαβε μόλις 33%, το χαμηλότερο ποσοστό στην ιστορία του κόμματος. Το εκλογικό σώμα το 2009, με την κρίση να μην έχει εκδηλωθεί ακόμα, δεν ήταν έτοιμο για την αλήθεια.
Το τρομακτικό είναι ότι δεν είναι έτοιμο ούτε τώρα. Είναι εσφαλμένη η άποψη ότι τα δύο κόμματα εξουσίας κατακρημνίζονται λόγω των ευθυνών τους για τις δεκαετίες που προηγήθηκαν της καταστροφής. Αν ήταν έτσι, θα είχε υπάρξει αντίδραση πολύ νωρίτερα – όλοι γνώριζαν άλλωστε για τις μίζες, το υπερτροφικό Δημόσιο, την ασυλία των δικτυωμένων. Τα δύο κόμματα κατακρημνίζονται κυρίως γιατί προτάσσουν –έστω καθυστερημένα, υπό εξωτερική πίεση, με εκπτώσεις, αντιφάσεις και αμέτρητα πισωγυρίσματα– την αλλαγή της δημόσιας διοίκησης και της οικονομίας, με μεταρρυθμίσεις που είναι αναγκαστικά βίαιες, γιατί δεν έγιναν όταν θα μπορούσαν να ήταν πολύ πιο ήπιες. Για να το πούμε απλά: δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν πλέον τους ψηφοφόρους-πελάτες, λεφτά δεν υπάρχουν, οπότε αυτοί, εξοργισμένοι και αρκετοί από αυτούς εξαθλιωμένοι, στρέφονται αλλού.     
Ξένοι «εισβολείς» και «αθώα» θύματα
Από το πού στρέφονται γίνεται κατανοητό το βάθος του προβλήματος. Η προσφυγή στο ΔΝΤ και τους επίσημους δανειστές μας και τα μέτρα των τελευταίων δυόμισι ετών δεν ήταν μια φυσική καταστροφή. Την προκάλεσαν συγκεκριμένοι άνθρωποι, στρατηγικές επιλογές, επιζήμιες πολιτικές που υιοθετήθηκαν και επωφελείς μεταρρυθμίσεις που εγκαταλείφθηκαν, αλλά και ευρύτατα διαδεδομένες νοοτροπίες και ιδεοληψίες. Τι λένε αυτοί που ενισχύονται στις δημοσκοπήσεις για τα αίτια της ανθρωπογενούς καταστροφής που είναι η σημερινή Ελλάδα;
Για την παραδοσιακή Αριστερά, το ζήτημα είναι κατά βάση ταξικό. Κατ’ αυτούς, ο «σοσιαλισμός» του Ανδρέα Παπανδρέου και ο «κοινωνικός φιλελευθερισμός» της ΝΔ ήταν στάχτη στα μάτια του λαού, για να υπομένει την εκμετάλλευσή του από το κεφάλαιο. Το οποίο κεφάλαιο, ελληνικό και διεθνές, με τους πολιτικούς υπηρέτες του, εγχώριους και ξένους, χρησιμοποιεί την κρίση για να εντείνει την εκμετάλλευση και να μεγιστοποιήσει την κερδοφορία του. Σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία, το κράτος αποτελεί υποχείριο της οικονομικά άρχουσας τάξης και δρα για την προώθηση των συμφερόντων της. Το βασικό πρόβλημα με την ανάλυση αυτή για την ελληνική περίπτωση είναι ότι η κατάληψη του κράτους στην Ελλάδα δεν έγινε από την αστική-μεγαλοαστική τάξη. Έγινε από κάποια στοιχεία αυτής, αλλά και από πολλούς άλλους –συνδικαλιστές δημόσιων οργανισμών, σωματεία επαγγελματικών ομάδων, κυκλώματα της τοπικής αυτοδιοίκησης– που σίγουρα δεν ανήκουν σε αυτήν. Ο βαθμός άλωσης του κρατικού μηχανισμού που προκλήθηκε από την ετερόκλητη αυτή συμμαχία παρασίτων που τον λυμαίνονται είναι αναμφίβολα σήμερα το κεντρικό πρόβλημα της χώρας, όχι η ταξική της διαστρωμάτωση.
Για τη λαϊκή και την άκρα Δεξιά, το πρόβλημα τίθεται με όρους εθνικής κυριαρχίας και αξιοπρέπειας. Οι εκφραστές της, σαν να συνειδητοποίησαν μόλις τώρα ότι η συμμετοχή στην Ε.Ε. και ιδιαίτερα στην Ευρωζώνη συνεπάγεται και υποχρεώσεις εκτός από προνόμια, υψώνουν το λάβαρο της εθνικής επανάστασης κατά της «ξένης κατοχής». Απαιτούν τον εκλογικό καταποντισμό και σε ορισμένες περιπτώσεις την ποινική δίωξη των «προδοτών» που εφαρμόζουν τα μέτρα της τρόικας. Αυτοπροβάλλονται ως υπέρμαχοι του έθνους, χωρίς να τους απασχολεί το γεγονός ότι η ακραία ρητορική τους σπρώχνει την Ελλάδα εκτός Ευρώπης, σε μια ανεξαρτησία που θα έχει χαρακτηριστικά Β. Κορέας.   
Δεν είναι τυχαίο ότι η κομμουνιστική Αριστερά και η λαϊκή και άκρα Δεξιά έρχονται όλο και πιο κοντά τον τελευταίο καιρό. Ο κ. Καμμένος δανείζεται συχνά τη ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ και επαίνεσε το οικονομικό του πρόγραμμα. Ο κ. Τσίπρας δεν έχει διστάσει να μιλήσει για το ανεπαρκές εθνικό φρόνημα των μελών της σημερινής κυβέρνησης, ενώ πολλοί στην Αριστερά μιλούν για ξεπούλημα της Ελλάδας υπό ξένες εντολές. Και τα δύο άκρα θεωρούν ότι αντιστέκονται στους μοχθηρούς ξένους «εισβολείς» και τους Έλληνες συνεργάτες τους, αθώο θύμα των οποίων είναι ο ελληνικός λαός. Στα αυτιά του λαού (τουλάχιστον σημαντικής μερίδας του), που είναι πάντα πρόθυμα να χαϊδευτούν, όλα αυτά ακούγονται σωστά. Κι έτσι ετοιμάζεται, οπλισμένος με το θυμό του, να δώσει ένα ηχηρό μάθημα στην κάλπη στους «δωσίλογους» του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ.
Η θετική επιλογή
Στην πραγματικότητα, το μεγάλο έγκλημα των δύο κομμάτων εξουσίας, το οποίο πρέπει να τα καταδικάσει σε πολιτικό θάνατο, δεν ήταν ούτε τα μέτρα λιτότητας των μνημονίων (αν και εφαρμόστηκαν με άδικο και αναποτελεσματικό τρόπο), ούτε η στήριξη του κεφαλαίου έναντι της εργατιάς, ούτε η υποταγή στις επιταγές ξένων δυνάμεων που επιδιώκουν την υποδούλωση του λαού. Ήταν η από κοινού οικοδόμηση του φαύλου, κλεπτοκρατικού πελατειακού συστήματος της Μεταπολίτευσης, που διέλυσε το κράτος, σε συνθήκες εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης και του διεθνούς ανταγωνισμού. Η στρουθοκαμηλική στάση διαδοχικών κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ απέναντι στην ανάγκη προσαρμογής της χώρας σε αυτές τις νέες συνθήκες –και η πάνδημη λαϊκή αντίδραση στους λίγους πολιτικούς που προσπάθησαν να εφαρμόσουν επώδυνες μεταρρυθμίσεις– έθεσαν την Ελλάδα σε ένα μονόδρομο προς τη χρεοκοπία. Γι’ αυτό τα δύο κόμματα αξίζουν να απορριφθούν.
Όσοι το καταλαβαίνουν αυτό, όσοι δεν αντέχουν να ψηφίσουν ΝΔ ή ΠΑΣΟΚ γι’ αυτούς τους λόγους, αλλά δεν θέλουν να αφήσουν τον τυφώνα του λαϊκισμού να παρασύρει τη χώρα εκτός ευρώ, έχουν επιλογή: μπορούν να ψηφίσουν ένα από τα μικρά φιλελεύθερα κόμματα που στηρίζουν ευθέως την ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας και το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα για την απελευθέρωση της οικονομίας. Εξ αυτών, το κόμμα που συνδυάζει ιδεολογική σαφήνεια, ρήξη με το δικομματισμό και ελπίδες εισόδου στη Βουλή είναι η Δράση του Στ. Μάνου. Ο κ. Μάνος ξέρει ποιο είναι το πρόβλημα, προτείνει ρηξικέλευθες λύσεις και έχει εφαρμόσει κάποιες από αυτές ως υπουργός. Η φωνή του στη Βουλή θα είναι ένα απολύτως απαραίτητο αντίβαρο στη λαϊκιστική υστερία που θα την κυριεύσει την επαύριο των εκλογών.